Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βραστός

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ βραστός, -ή, -όν)
βράζω
1. αυτός που έχει βράσει μέσα σε νερό, βρασμένος
2. (για μέταλλο) πυρακτωμένος, λειωμένος
νεοελλ.
Ι. 1. πολύ θερμός, ζεματιστός
2. (για οίνο) εκείνος που έχει υποστεί ζύμωση
II. το ουδ. ως ουσ. βραστό, το
1. κρέας βρασμένο
2. αφέψημα φυτών (χαμομήλι, φασκόμηλο κ.λπ.)
3. ζέστη, κάψα
4. θέρμη, ζωντάνια.