Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βυκάνη

Ἀλλ’ ἐσθ’ ὁ θάνατος λοῖσθος ἰατρός κακῶν -> But death is the ultimate healer of ills
Sophocles, Fragment 698
Full diacritics: βῡκᾰνη Medium diacritics: βυκάνη Low diacritics: βυκάνη Capitals: ΒΥΚΑΝΗ
Transliteration A: bykánē Transliteration B: bykanē Transliteration C: vykani Beta Code: buka/nh

English (LSJ)

ἡ,

   A spiral trumpet, horn, Id.15.12.2, al., D.H.2.8. (From Lat. būcǐna.)

German (Pape)

[Seite 467] ἡ, die Trompete, Pol. 12, 4 u. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

βῠκάνη: ἡ, σάλπιγξ, Λατ. buccina, Πολύβ. 15. 12, 2· καλουμένη ἐξ ἀρχῆς, κήρυξ Chappell Hist. of Anc. Mus. σ. 283 κἑξ.· - βυκανάω ἢ βουκανάω, φυσῶ τὴν σάλπιγγα, σαλπίζω, Πολύβ. 6. 35, 12· - βυκάνημα, τό, ὁ ἦχος τῆς σάλπιγγος, Ἀππ. Καρχ. 21· -βῠκανητὴς καὶ -ιστής, οῦ, ὁ, ὁ σαλπιγκτής, Πολύβ. 2. 29, 6., 30. 13, 11· - βῠκανισμός, ὁ, = βυκάνημα, Νικόμ. Ἀρμον. σ. 35· βουκανισμὸς παρὰ Πτολ. Μουσ. 1. 4. (Τινὲς σχετίζουσι τὴν οἰκογένειαν ταύτην τῶν λέξεων οὐχὶ πρὸς τὸ Λατ. buccina, ἀλλὰ πρὸς τὸ βοῦς, - καθ’ ὅσον σημαίνεται ἦχος ὅμοιος τῷ μυκηθμῷ τοῦ βοός).

Spanish (DGE)

-ης, ἡ
trompa en espiral para transmitir las órdenes en campaña, Plb.15.12.2, D.H.2.8, I.AI 3.291
utilizada por pastores, Plb.12.4.6.

• Etimología: Prést. del lat. būcina.

Greek Monolingual

η (AM)
το βούκινο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για δάνεια λ. από το λατ. būcina με επίθημα -ina κατά το πρότυπο του μηχανή > māchina, ενώ κατ' άλλους βυκάνη < būcana, από την Ελληνική της Κάτω Ιταλίας.
ΠΑΡ. βυκανητής
αρχ.
βυκανώ].

Russian (Dvoretsky)

βῠκάνη: (ᾰ) ἡ витая труба, горн Polyb.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: trumpet, horn (Plb.).
Derivatives: βυκανάω blow the horn (Plb.), βυκανητής (Plb.); βυκανίζω (Eust.) βυκανιστής (Plb.), βυκανισμός (Nicom.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin] Lat.
Etymology: From Lat. būcina; for the suffix cf. māchina : μηχανή (Niedermann IF 37, 147f. against Cuny Mél. Saussure 108ff. (from unweakened *būcana). Incorrect Haupt AmJPh 47, 310, cf. Wahrmann Glotta 17, 255. - More exact rendering βου-; direct from Latin βουκινάτωρ (Lyd.) = būcinātor; hybrid form βουκινίζω (S. E.). - S. also βουκονιστήριον.

Frisk Etymology German

βυκάνη: {bukánē}
Grammar: f.
Meaning: ‘Jagd-, Signalhorn’ (Plb. usw.).
Derivative: Davon βυκανάω in Horn blasen (Plb.) mit βυκάνημα (App.) und βυκανητής (Plb., App.); auch βυκανιστής (Plb., D. H.) von βυκανίζω (Eust., vgl. unten); davon auch βυκανισμός dumpfer Ton (Nikom., Ptol.).
Etymology : Aus lat. būcina entlehnt mit Suffixübertragung nach Muster von māchina : μηχανή (Niedermann IF 37, 147f. gegen Cuny Mél. Saussure 108ff., der Entlehnung aus einem ungeschwächten *būcana durch die unteritalischen Griechen annimmt). Abzulehnen Haupt AmJPh 47, 310, vgl. Wahrmann Glotta 17, 255. — Neben βυκ- (vgl. βύζω, βύκτης) kommt auch die genauere Wiedergabe βου- vor. Direkt aus dem Latein stammt βουκινάτωρ (Lyd.) = būcinātor; von būcina ebenfalls βουκινίζω (S. E.). — S. auch βουκονιστήριον.
Page 1,276