Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γάτα

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Spanish (DGE)

-ης, ἡ
gata τύλιξον αὐτὴν (ἡ βοτάνη τοῦ Ἑρμοῦ) εἰς δέρμα γάτης μαύρας enróllala (la hierba de Hermes) en la piel de una gata negra, Cat.Cod.Astr.12.128.

Greek Monolingual

η (αρσ. γάτος, ο) (Μ γάτα και κάττα)
η γαλή, αιλουροειδές κατοικίδιο ζώο
νεοελλ.
φρ. α) «σαν τη γάτα με τον σκύλο» — για δυο ανθρώπους που μαλώνουν συνεχώς
β) «ούτε γάτα ούτε ζημιά» — στην περίπτωση που αποκρύπτονται πειστήρια ή ενδείξεις ενοχής
γ) «τά σκεπάζει ή τά κουκουλώνει σαν τη γάτα» — εξαφανίζει ενδείξεις ή πειστήρια ενοχής
δ) «εφτάψυχη γάτα» — ασθενικός ή ηλικιωμένος άνθρωπος που ξέφυγε πολλές φορές από βέβαιο θάνατο
ε) «όταν λείπει ο γάτος, χορεύουν τα ποντίκια» — για παιδιά ή μεγάλους που διασκεδάζουν ή χαλαρώνουν την πειθαρχία όταν λείπουν οι γονείς τους ή οι ανώτεροι τους αντίστοιχα
στ) «σκίζει τη γάτα» — γι' αυτόν που επιβάλλει τη θέληση του σε κάποιον ή σε κάτι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. γάτα < ιταλ. gatta < (μτγν. λατ.) catta και ο τ. κάττα < (μτγν. λατ.) catta. Ο τ. γάτος σχηματίστηκε είτε για να διακρίνει το αρσ. του γάτα ή πιθ. απ' ευθείας από μσν. λατ. gattus, μτγν. λατ. cattus. Η λ. γάτα αντικατέστησε στη Νέα Ελληνική τη λ. γαλή.
ΠΑΡ. μσν.-νεοελλ. γατάκι (μσν. καττάκιν), γατί (μσν. καττίν)
(νεοελλ. γατούλα).
ΣΥΝΘ. νεοελλ. γατόμαλλο, γατομάτης, γατοουρά, γατόπαρδος].