Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γίγγλαρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: γίγγλᾰρος Medium diacritics: γίγγλαρος Low diacritics: γίγγλαρος Capitals: ΓΙΓΓΛΑΡΟΣ
Transliteration A: gínglaros Transliteration B: ginglaros Transliteration C: gigglaros Beta Code: gi/gglaros

English (LSJ)

ὁ, a kind of

   A flute or fife, Poll.4.82:—Dim. γιγγλάριον, τό, AB88; cf. γίγγρας.

German (Pape)

[Seite 491] ὁ, eine ägyptische Flöte, Poll. 4, 82.

Greek (Liddell-Scott)

γίγγλαρος: ὁ, εἶδος αὐλοῦ, Πολυδ. Δ', 82· ὑποκορ. γιγγλάριον, τό, Α. Β. 88· πρβλ. γίγγρας.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ flauta pequeña de origen egipcio, Poll.4.82.

Greek Monolingual

γίγγλαρος, ο (Α)
μικρός αιγυπτιακός αυλός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γίγγρος, με ανομοίωση και παρέκταση με -ρ-].