Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γλωσσοκάτοχο

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το (Α γλωσσοκάτοχον, το και γλωσσοκάτοχος, -ον)
το ουδ. ως ουσ. ειδική χειρουργική λαβίδα με την οποία συγκρατείται η γλώσσα και έλκεται προς τα έξω κατά τη γενική νάρκωση
αρχ.
επίθ. αυτός που συγκρατεί τη γλώσσα του, που ελέγχει αυτά που λέει.