Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

γωνιοειδής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: γωνιοειδής Medium diacritics: γωνιοειδής Low diacritics: γωνιοειδής Capitals: ΓΩΝΙΟΕΙΔΗΣ
Transliteration A: gōnioeidḗs Transliteration B: gōnioeidēs Transliteration C: gonioeidis Beta Code: gwnioeidh/s

English (LSJ)

ές,

   A angular, Arist.GC319b14, Thphr.HP1.10.1, al. (γωνο- codd.). PHib.1.16.42 (Thphr.(?)).

German (Pape)

[Seite 512] ές, winkelförmig, Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

γωνιοειδής: -ές, γωνίᾳ ὅμοιος, Θεόφρ. Ἱ. Φ. 1. 10, 1.

Spanish (DGE)

-ές

• Alolema(s): γωνοειδής Thphr.HP 1.10.1, CP 6.1.6, Sens.65
angulosoop. στρογγύλος: χαλκός Arist.GC 319b14, op. περιφερής: φύλλα Thphr.HP l.c., dicho de los humores, ref. a su σχῆμα Thphr.Sens.l.c. (= Democr.A 135), CP l.c. (= Democr.A 129), cf. Thphr.(?) en PHib.16.42.

Greek Monolingual

-ές (AM γωνιοειδής, -ές)
αυτός που έχει σχήμα γωνίας.

Russian (Dvoretsky)

γωνιοειδής: угловатый (στρογγύλος ἢ γ. Arst.).