Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

στρογγύλος

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus
Full diacritics: στρογγύλος Medium diacritics: στρογγύλος Low diacritics: στρογγύλος Capitals: ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΣ
Transliteration A: strongýlos Transliteration B: strongylos Transliteration C: stroggylos Beta Code: stroggu/los

English (LSJ)

[ῠ], η, ον,

   A round, spherical, opp. πλατύς, Hp.VM22, Art.61, Hdt.2.92, Ar.Nu.676,751, 1127, Pl.Phd.97e, etc.; ἄτομοι -ώταται Epicur.Ep.1p.21U.; λίθοι σ. pebbles, X.Eq.4.4; ξύλα σ. unsquared logs of timber, opp. σχιστά and πελεκητά, Thphr.HP5.5.6; of the sphere, σ. τὴν ὄψιν Hermipp.4; of gourds, Epicr.11.25 (anap.).    2 curved, τὸ σ., opp. τὸ εὐθύ, Pl.Men.74d, cf. 75a; σ. καὶ προμήκη σχήματα Id.Ti.73d; δίφροι σ. IG5(1).1390.23 (Andania, i B.C.); πόλοι, of dowel-pins, ib.22.1675.11; σ. ἀνάτριψις,= ἐγκάρσιος ἀ., Gal.6.93.    3 of persons, round, compactly formed, Xenarch. 4.8, cf. Pl.Smp.189e; so of lions, opp. μακρός, Arist.HA629b34 (Comp.); of dogs, σκέλη X.Cyn.4.1.    4 of ships, σ. νῆες round, i.e. merchant-ships, as opp. to the long narrow warships (μακραὶ νῆες), Hdt.1.163, cf. Th.2.97; πλοῖον X.HG5.1.21, D.20.162.    b of cups and vessels, Alex.270, Men.30.    5 of sail, rounded, full, App.BC4.86.    II metaph. of words and expressions, wellrounded, compact, terse, σ. ῥήματα Ar.Ach.686; σ. ὀνόματα ἀποτετόρνευται Pl.Phdr.234e, cf. Plu.2.45a; λέξις D.H.Comp.7 fin., Is.3; αὐτοῦ τοῦ στόματος τὸ σ. his compactness, terseness of expression (of Euripides), Ar.Fr.471. Adv. -λως, συστρέφειν τὰ νοήματα καὶ σ. ἐκφέρειν express neatly and tersely, D.H.Isoc.11; προστιθεὶς τὸ διότι -ώτατα as tersely as possible, Arist.Rh.1394b33.    2 Adv., -λως καὶ Ακωνικῶς βιωσομένους wishing to live closely, i.e. simply, economically, Plu.2.157b.

German (Pape)

[Seite 955] rund, abgerundet, zugerundet; λοφεῖον, Ar. Nubb. 741; χάλαζαι, 1111; πότερον ἡ γῆ πλατεῖά ἐστιν ἢ στρογγύλη, Plat. Phaed. 97 d; Ggstz bei Linien εὐθύς, Menon 74 d; übertr., σαφῆ καὶ στρογγύλα ἕκαστα τῶν ὀνομάτων ἀποτετόρνευται, Phaedr. 234 e; στύλος, Pol. 1, 22, 4 u. A.; πλοῖα, runde od. Kauffahrteischiffe, im Ggstz zu den länglichen, spitzgeschnäbelten Kriegsschiffen, Thuc. 2, 97; Dem. Lpt. 162, ἱστία, volle, geschwellte, aufgeblasene Segel, App. B. C. 4, 86; – von Füßen der Pferde und Hunde, Xen., z. B. Cyn. 4, 1; – von einer Flasche, En. ad. 77 (V, 135); – στρογγύλα ῥήματα, Ar. Ach. 656, vom Schol. πιθανά u. πανοῦργα erklärt, gedrungene Rede, wohl abgerundet, so στόμα στρογγύλον, Ar. tr. 397, das os rotundum des Horat., ein runder Mund, der Alles in der vollkommensten Art vorträgt, dah. στρογγύλοι καὶ βραχυλόγοι vrbdn, Plut., de garrul. 17, u. στρογγύλη λέξις, der wohlgerundete, wohlausgearbeitete Ausdruck; – στρογγύλως ἐκφέρειν, nett u. knapp ausdrücken; aber στρογγύλως βιοῦν ist = knapp u. eingeschränkt leben, Plut. sept. sap. conv. 14.

Greek (Liddell-Scott)

στρογγύλος: [ῠ], -η, -ον, (στράγγω) στρογγύλος, κυκλοτερής, σφαιρικός, ἀντίθετον τῷ πλατύς. Ἱππ. π. Ἀρχ. Ἰητρ. 171, Ἡρόδ. 2. 92, Ἀριστοφ. Νεφ. 676, 751, 1127, Πλάτ., κλπ.· ἄτομα στρογγυλώτατα Ἐπίκουρ. παρὰ Διογ. Λ. 10. 66· λίθοι στρ., «χαλίκια», Ξεν. Ἱππ. 4, 4· ξύλα στρ., τεμάχια ξύλων, κορμοὶ μὴ πελεκηθέντες, ἀντίθετον τῷ σχιστὰ καὶ πελεκητά, Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 5. 5, 6· ἐπὶ τῆς σφαίρας, στρ. τὴν ὄψιν Ἕρμιππ. ἐν «Ἀθηνᾶς γοναῖς» 1· ἐπὶ κολοκύνθης, Ἐπικρ. ἐν Ἀδήλ. 1. 25. 2) κυκλοτερής, περιφερής, ἀντίθετ. τῷ εὐθύς, Πλάτ. Μένων 74D· στρ. καὶ προμήκη σχήματα ὁ αὐτ. ἐν Τιμ. 73D· τὸ στρ. καὶ εὐθὺ ὁ αὐτ. ἐν Μένωνι 75Α. 3) ἐπὶ προσώπων, στρογγύλος, κυκλοτερῶς ἐσχηματισμένος, Ξέναρχ. ἐν «Πεντ.» 1,8, πρβλ. Πλάτ. Συμπ. 189Ε· οὕτως ἐπὶ λεόντων, ἀντίθετον τῷ μακρός, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 9. 44. 7· ἐπὶ κυνῶν, σκέλη Ξεν. Κυν. 4, 1. 4) ἐπὶ πλοίων, στρ. ναῦς, στρ. πλοῖον, = γαυλός, ὁλκάς, ἐμπορικὸν πλοῖον, ὡς ἐκ τοῦ στρογγυλοειδοῦς αὐτοῦ σχήματος, χάριν πολλῆς χωρητικότητος, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ μακρὸν καὶ στενὸν πολεμικὸν πλοῖον (μακρὰ ναῦς), Ἡρόδ. 1. 163, Θουκ. 2.97, Ξεν. Ἑλλ. 5. 1, 21· - οὕτως ἐπὶ ποτηρίων καὶ σκευῶν, Ἄλεξ. ἐν Ἀδήλ. 12, Μένανδρ. ἐν «Ἀνατιθ.» 1· - ἐπὶ ἱστίου, πλῆρες, «φουσκωμένον», Ἀππ. Ἐμφυλ. 4. 86. ΙΙ. μεταφορ., ἐπὶ λέξεων καὶ ἐκφράσεων, στρογγύλος, συμπαγής, συμπεπυκνωμένος, ἐπιμεμελημένος, τετορνευμένος, γλαφυρός, στρ. ῥήματα Ἀριστοφ. Ἀχ. 686· στρ. ὀνόματα ἀποτετόρνευται Πλάτ. Φαῖδρ. 234Ε, πρβλ. Πλούτ. 2. 45Α· στρ. λέξις Διον. Ἁλ. π. Συνθ. 7 ἐν τέλ.· αὐτοῦ τὸ στρ. τοῦ σώματος, τὸ ἀπεστρογγυλωμένον, τετορνευμένον ὕφος (τοῦ Εὐριπίδου), Ἀριστοφ. Ἀποσπ. 397· συστρέφειν τὰ νοήματα καὶ στρογγύλως ἐκφέρειν, ἐκφράζεσθαι γλαφυρῶς καὶ ἐπιμελῶς, Διον. Ἁλ. π. Ἰσοκρ. 11· οὕτω παρὰ Κικέρ., apte et rotunde, de Fin. 4. 3· vera ἢ oratio pressa, de Or. 2. 23, Brut. 55· προστιθεὶς τὸ διότι στρογγυλώτατα, ὡς οἷόν τε γλαφυρώτατα, Ἀριστ. Ρητορ. 2. 21, 7· οὕτω Γερμ. gedrungen. 2) στρογγύλως βιοῦν, δηλ. ζῆν ἁπλῶς καὶ λιτῶς, Πλούτ. 2. 157Β. - Ἴδε Κόντου Γλωσσ. Παρατηρ. σ. 109.

Spanish

redondo

Greek Monolingual

-ή, -ό / στρογγύλος, -η, -ον ΝΜΑ, και στρόγγυλος και στρογγύλος, -η, -ο, Ν
1. κυκλικός ή σφαιρικός («πότερον ἡ γῆ πλατεῑά ἐστιν ἤ στρογγύλη;», Πλάτ.)
2. (για λόγο ή για έκφραση) σαφής, απερίφραστος, συμπυκνωμένος (α. «στρογγυλά λόγια» — λόγια σταράτα
β. «στρογγύλα ῥήματα», Αριστοφ.)
3. κυκλοτερήςδίφρος στρογγύλος», επιγρ.)
4. φρ. «στρογγύλο πλοίο» ή «στρογγύλη ναῡς» — φορτηγό ιστιοφόρο πλοίο που χρησιμοποιούσαν στην αρχαιότητα για τη μεταφορά τών εμπορευμάτων
νεοελλ.
1. (για αριθμό) ακέραιος, με παράλειψη τών μονάδων ή του κλάσματος του
2. ανατ. χαρακτηρισμός σχηματισμών, όπως είναι οι μύες και οι σύνδεσμοι, που έχουν στρογγυλό σχήμα
3. το ουδ. ως ουσ. το στρογγυλό
(τροφ.-τεχνολ.) τεμάχιο βοδινού κρέατος από το πρόσθιο μέρος του μηρού τών βοδιών και τών μοσχαριών, αλλ. μήλο
4. φρ. α) «στρογγυλή τράπεζα»
i) η τράπεζα του θρυλικού βασιλιά της Βρετανίας Αρθούρου, στην οποία συγκέντρωνε τους ιππότες της Αυλής που ήταν διαπρεπείς και ξεχώριζαν για την προσωπικότητά τους
ii) συνήθης πρακτική πρωτοκόλλου σε διεθνείς διασκέψεις, κατά την οποία, για να τηρηθεί η αρχή της ισοτιμίας, κάθε αντιπρόσωπος που παρακάθεται στο τραπέζι γύρω από το οποίο γίνονται οι συνομιλίες καταλαμβάνει εκ περιτροπής τη θέση του προέδρου της διάσκεψης
iii) (κατ' επέκτ.) ελεύθερη συζήτηση ενός θέματος στα πλαίσια μιας επί τούτου συνάντησης στην οποία μετέχουν πρόσωπα αρμόδια για το αντίστοιχο θέμα
β) «μείζων στρογγύλος μυς» και «ελάσσων στρογγύλος μυς»
ανατ. μύες που βρίσκονται στο οπίσθιο μέρος του ώμου, και εκτείνονται από την ωμοπλάτη στο άνω τμήμα του βραχιόνιου οστού
γ) «στρογγύλος πρηνιστής του πήχεως»
ανατ. μυς του αντιβραχίου που εκτείνεται μεταξύ παρατροχιλίου και κορωνοειδούς αποφύσεως και καταφύεται στο μέσο της έξω επιφάνειας της κερκίδας
δ) «στρογγύλος σύνδεσμος του ισχίου»
ανατ. σύνδεσμος μεταξύ κεφαλής και μηριαίου οστού και κοτύλης
ε) «στρογγύλος σύνδεσμος του ήπατος»
ανατ. σύνδεσμος μεταξύ ομφαλού και ήπατος
στ) «στρογγύλος σύνδεσμος της μήτρας»
ανατ. καθεμία από τις δύο ινομυώδεις ταινίες που εκτείνονται από τον πυθμένα της μήτρας, δεξιά και αριστερά στη σύστοιχη βουβωνική χώρα
5. παροιμ. «στρογγυλά 'ναι και κυλάνε» — λέγεται για τα χρήματα, που ξοδεύονται γρήγορα
αρχ.
1. (για πρόσ.) ο στρογγυλοπρόσωπος
2. (για ζώα και κυρίως για λιοντάρια και σκύλους) παχύς, κοντόχοντρος
3. (για πανί) πλήρες, φουσκωμένο
4. φρ. α) «λίθος στρογγύλος» — το χαλίκι (Ξεν.)
β) «ξύλα στρογγύλα» — κορμοί δέντρων απελέκητοι (Θεόφρ.)
γ) «τὸ στρογγύλον τοῡ στόματος» — το τορνευτό, γλαφυρό ύφος [του Ευρυπίδου] (Αριστοφ.)
επίρρ...
στρογγυλά /στρογγύλως ΝΜΑ, και στρόγγυλα Ν
με στρογγυλότητα
αρχ.
1. μτφ. με γλαφυρότητα, με κομψότητα («συστρέφειν τὰ νοήματα καὶ στρογγύλως ἐκφέρειν», Δίον. Αλ.)
2. φρ. «στρογγύλως βιῶ»
μτφ. ζω με απλό και λιτό τρόπο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Το επίθ. στρογγ-ύλος (πρβλ. αγκ-ύλος, γογγ-ύλος, καμπ-ύλος) ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα της ΙΕ ρίζας strenk- / streng- «συγκεντρώνω, σφίγγω, στενός» (βλ. και λ. στράγξ) και πρέπει να είχε αρχική σημ. «σφιχτός, τοποθετημένος σε σφαίρα», απ' όπου προήλθε η σημ. «κυκλικός, σφαιρικός». Η άποψη ότι το επίθ. στρογγύλος προήλθε από τ. στραγγύλος (με φωνηεντισμό ίδιο με τη λ. στράγξ) αναλογικά προς το γογγύλος δεν θεωρείται πιθανή.
ΠΑΡ. στρογγυλαίνω, στρογγύλευμα, στρογγυλότης(-τητα), στρογγυλώ (-νω)
αρχ.
στρογγυλίας, στρογγυλίζω, στρογγύλιον, στρογγύλω, οτρογγυλώδης
μσν.
στρογγύλεος
νεοελλ.
στρογγυλάδα, στρογγυλεύω, στρογγυλούτσικος.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) στρογγυλοπρόσωπος
αρχ.
στρογγυλόγλυφος, στρογγυλοδίνητος, στρογγυλοειδής, στρογγυλόκαυλος, στρογγυλόλοβος, στρογγυλοναύτης, στρογγυλόπλευρος, στρογγυλόπους, στρογγυλοτομία, στρογγυλώψ
μσν.
στρογγυλοευμορφοπώγωνος, στρογγυλόστεγος, στρογγύλοψις
νεοελλ.
στρογγυλοκάθομαι, στρογγυλοφέγγαρος. (Β' συνθετικό) ημιστρόγγυλος, ολοστρόγγυλος, υποστρόγγυλος
αρχ.
αμφιστρόγγυλος, επιστρόγγυλος, παραστρόγγυλος, περιστρόγγυλος
νεοελλ.
καταστρόγγυλος, μισοστρόγγυλος].

Greek Monotonic

στρογγύλος: [ῠ], -η, -ον (στράγγω),
I. 1. στρογγυλός, αυτός που έχει σχήμα σφαίρας, σφαιρικός, σε Ηρόδ., Αριστοφ. κ.λπ.· λίθοι στρογγύλοι, χαλίκια, βότσαλα, σε Ξεν.
2. κυκλικός, κυκλοτερής, σε Πλάτ.
3. στρογγυλός, αυτός που είναι σχηματισμένος κυκλοτερώς, σε Ξέναρχ.
4. λέγεται για πλοία, στρογγύλη ναῦς, στρογγύλον πλοῖον, εμπορικό πλοίο, από το κυκλικό του σχήμα, αντίθ. προς το στενόμακρο πολεμικό πλοίο (μακρὰ ναῦς), σε Ηρόδ., Θουκ. κ.λπ.
II. μεταφ., λέγεται για φράσεις, στρογγυλεμένη, συμπυκνωμένη, επιμελημένη, περιεκτική, σαφής, σε Αριστοφ., Πλάτ.· επίρρ. στρογγυλώτατα, με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, σε Αριστ.

Russian (Dvoretsky)

στρογγύλος: (ῠ)
1) круглый, шарообразный (ἡ ῥίζα τοῦ λωτοῦ Her.; λοφεῖον Arph.; γῆ Plat.; ἄτομα Epicur.): στρογγύλη ναῦς или στρογγύλον πλοῖον Her., Thuc., Xen. торговое судно (в отличие от μακρὰ ναῦς, военного корабля, имевшего удлиненную форму);
2) круглый, цилиндрический (στῦλος Polyb.);
3) коренастый, плотный (λεόντων γένος Arst.; σκέλη Xen.);
4) (о речи) закругленный, сжатый (ῥήματα Arph.): οἱ στρογγύλοι καὶ βραχυλόγοι Plut. говорящие округленно и кратко.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

στρογγύλος -η -ον [~ στράγξ] rond, afgerond, bolvormig, cirkelvormig:. χαλάζαις στρογγύλαις met bolronde hagelstenen Aristoph. Nub. 1127; στρογγύλα σχήματα ronde vormen Plat. Tim. 73d; στρογγύλαι νῆες ronde schepen, d.w.z. koopvaardijschepen (tegenover μακραὶ νῆες langwerpige (oorlogs)schepen). ret. afgerond, d.w.z. beknopt, bondig.

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: round, spherical, compact (IA.).
Compounds: Compp., e.g. στρογγυλο-πρόσωπος round-faced (Arist., pap.), ὑπο-στρόγγυλος somewhat rounded (Thphr. a.o.).
Derivatives: 1. στρογγυλ-ότης f. roundness (Pl., Arist.). 2. -ιον n. round bottle (pap. VIp). 3. -λω to round (off) with -μα n. (late). 4. -ίζω id. (D. H.) with -ισμα n. terse expression (Anon. Fig.). 5. -όομαι to be or become round (Plu. a.o.) with -ωσις f. (Hp., LXX a.o.), -ωμα n. (Al.). 6. -αίνω to round (Hippiatr.). 7. -εύματα H. s. γογγυλεύματα (: *-εύω) H.
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: Formation as γογγ-ύλος, καμπ-ύλος, ἀγκ-ύλος a.o. Prop. *`drawn together, balled together, copast', to στράγξ a. cogn. (s. v.). Then στρογγύλος can be either an old full grade ο-ablaut as NHG Strang a.o. or have taken its -ο- secondarily from γογγύλος (Güntert Reimwortbild. 146 f.). Against the last supposition speaks however the wide spread of στρογγύλος. Diff. J. Schmidt KZ 32, 381: α > ο because of the following υ (which is a rule of Pre-Greek!). -- A connection with στράγξ squeezed out drop is semant. far from evident to my mind (though στρογγ- may well continue *stragg- before υ).

Middle Liddell

στρογγύ˘λος, η, ον στράγγω
I. round, spherical, Hdt., Ar., etc.; λίθοι στρ. pebbles, Xen.
2. circular, Plat.
3. round, compactly formed, Xen.
4. of ships, στρ. ναῦς, στρ. πλοῖον, a merchant-ship, from its round shape, as opp. to the long narrow ship-of-war (μακρὰ ναῦσ), Hdt., Thuc., etc.
II. metaph. of phrases, well-rounded, compact, pithy, terse, Ar., Plat.:—adv., στρογγυλώτατα as tersely as possible, Arist.

Frisk Etymology German

στρογγύλος: {stroggúlos}
Meaning: rund, kugelförmig, gedrungen, kompakt (ion. att.).
Composita : Kompp., z.B. στρογγυλοπρόσωπος mit rundem Gesicht (Arist., Pap.), ὑποστρόγγυλος ‘etwas gerundet’ (Thphr. u.a.).
Derivative: Davon 1. στρογγυλότης f. Rundheit (Pl., Arist.). 2. -ιον n. runde Flasche (Pap. VIp). 3. -λω ‘(ab)runden’ mit -μα n. (sp.). 4. -ίζω ib. (D. H.) mit -ισμα n. gedrängter Ausdruck (Anon. Fig.). 5. -όομαι ‘rund sein od. werden’ (Plu. u.a.) mit -ωσις f. (Hp., LXX u.a.), -ωμα n. (Al.). 6. -αίνω runden (Hippiatr.). 7. -εύματα H. s. γογγυλεύματα (: *-εύω) H.
Etymology : Bildung wie γογγύλος, καμπύλος, ἀγκύλος u.a. Eig. *zusammengezogen, zusammengeballt, gedrungen, zu στράγξ u. Verw. (s. d.). Dabei kann στρογγύλος entweder eine alte hochstufige ο-Abtönung enthalten wie nhd. Strang u.a. oder sein -ο- sekundär von γογγύλος bezogen haben (Güntert Reimwortbild. 146 f.). Gegen die letztere Annahme spricht indessen die weitere Verbreitung von στρογγύλος. Anders J. Schmidt KZ 32, 381: α > ο wegen des folg. υ.
Page 2,810-811