Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ἄγαν

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander
Full diacritics: ἄγαν Medium diacritics: ἄγαν Low diacritics: άγαν Capitals: ΑΓΑΝ
Transliteration A: ágan Transliteration B: agan Transliteration C: agan Beta Code: a)/gan

English (LSJ)

Adv.

   A very much, chiefly Aeol. Dor. and Trag., not in Hom., rare in Ion., as Hdt.2.173, Hp.Art.4, al., Democr.222; freq. in bad sense, too much:—prov., μηδὲν ἄ. Pi.Fr.216 (attributed to Chilo by Arist.Rh.1389b4); μηδὲν ἄ. σπεύδειν Thgn.335:—with Verbs, ἄ. διαστρέψαι Hp.Fract.8; ἄ. ἐλευθεροστομεῖς A.Pr.182; ἄ. τι ποιεῖν Pl.R.563e:—with Adjs. either preceding or following, ἄ. κοῦφος Hp.Art.4; ἄ. βαρύς A.Pers.515; πιθανὸς ἄ. Id.Ag.485; with Sup., ἄ. ἀγριωτάτους far the most savage, Ael.NA1.38, cf. 8.13:—with Adv., ὑπερθύμως ἄ. A.Eu.824; ἄ. οὕτω S.Ph.598; ὠμῶς ἄ. X.Vect. 5.6:—with a Subst., ἡ ἄ. χρημάτων συναγωγή Democr.222; ἡ ἄ. σιγή S.Ant.1251; ἡ ἄ. ἐλευθερία Pl.R.564a; without Art., εἰς ἄ. δουλείαν ib. (Cf. ἀγα-.) [ᾰγᾱν Thgn.219, Orac. ap. Hdt.4.157, A.Eu. 121, etc.; in late poets, ᾰγᾰν AP5.215.6 (Agath.), 10.51 (Pall.), cf. Eust.1433 fin.]

Greek (Liddell-Scott)

ἄγαν: ἐπίρρ., λίαν, πολύ, παρὰ πολύ, Θέογν., Πίνδ. καὶ Ἀττ., τὸ δὲ λίην εἶναι συνήθ. τὸ ἀντίστοιχον τοῦ ἄγαν παρ’ Ἐπικ. καὶ ἐν τῇ Ἰων. διαλέκτῳ (ἀλλ’ ἴδε Ἡρόδ. 2. 173), σφόδρα βεβαιωτικόν, ὡς τὸ Λατ. prorsus = βεβαιότατα, Αἰσχύλ. Θ. 811· οὕτως ἐν συνθέσ. πάντοτε ἐνισχύει καὶ ἐπιτείνει. Ἡ ἐπὶ κακοῦ σημασία ἐπίσης, παρὰ πολύ, ὡς τοῦ Λατ. nimis, ἀπαντᾷ μόνον ἐν ἰδίαις τισὶ φράσεσιν, ὡς ἐν τῷ περιφήμῳ μηδὲν ἄγαν, ne quid nimis, πρῶτον παρὰ Θεόγν. 335, Πινδ. Ἀποσ. 235· ἀποδίδοται δὲ εἰς τὸν Χείλωνα ὑπὸ Ἀριστ. Ῥητ. 2. 12, 14, οὕτως, ἄγαν τι ποιεῖν, Πλάτ. Πολ. 563Ε, κτλ. Εὕρηται καὶ μόνον μετὰ τοῦ ῥήματος, ἄγαν δ’ ἐλευθεροστομεῖς, Αἰσχύλ. Πρ. 180, κτλ.· ἀλλ’ οὐχὶ σπανίως συνάπτεται μετ’ ἐπιθέτου, ὅπερ ἢ προηγεῖται ἢ ἕπεται, οἷον, ἄγαν βαρεῖς, ὁ αὐτ. Πέρσ. 515, πιθανὸς ἄγαν, Ἀγ. 485· ἔτι καὶ μεθ’ ὑπερθ. ἄγαν ἀγριωτάτους, δηλ. τοὺς ὑπὲρ πάντας ἀγριωτάτ., Αἰλ. Ἱ. Ζ. Ι. 38, πρβλ. 8. 13· ὡσαύτως μετ’ ἐπιρρ., «ὑπερθύμως ἄγαν, Εὐμ. 824, ἄγαν οὕτω, Σοφ. Φ. 598. ὠμῶς ἄγαν, Ξεν. Πόρ. 5, 6, μετ’ οὐσιασ., ἡ ἄγαν σιγή, Σοφ. Ἀντ. 1251· ἡ ἄγαν ἐλευθερία, Πλάτ. Πολ. 564Α· χωρὶς τοῦ ἄρθρου, εἰς ἄγαν δουλείαν, Αὐτ. (Ἡ Pαγ φαίνεται ἐν τῷ ἀγήνωρ. Ὁ Κούρτιος σχετίζει αὐτὴν πρὸς τὸ ἄγω: κατὰ τὴν ἔννοιαν φαίνεται ὅτι ἀνήκει μᾶλλον εἰς τὸ ἄγαμαι, ἄγη)· [ᾰγᾱν κυρίως χρησμ. παρ’ Ἡροδ. 4. 157, κτλ.· ἀλλ’ ᾰγᾱν ἐν Ἀνθ. Π. 5, 216, 10, 51].

French (Bailly abrégé)

adv.
1 beaucoup, très, fort, tout à fait;
2 trop ; μηδὲν ἄγαν rien de trop (lat. ne quid nimis).
Étymologie: ἄγω.

English (Slater)

ᾰγαν
   1 too much οὔτε δύσηρις ἐὼν οὔτ' ὦν φιλόνικος ἄγαν (O. 6.19) “κοὔ με πονεῖ τεὸν οἶκον ταῦτα πορσύνοντ' ἄγαν.” (P. 4.151) τὸν δ' αὖ καταμεμφθέντ ἄγαν ἰσχὺν (N. 11.30) σοφοὶ δὲ καὶ τὸ μηδὲν ἄγαν ἔπος αἴνησαν περισσῶς fr. 35b. ἄγαν φιλοτιμίαν μνώμενοι ἐν πόλεσιν ἄνδρες (sc. χαλεπώτατοί εἰσι.) fr. 210. [[[ἄγαν]] codd. contra met.: ἄταν Heyne.) (P. 2.82) ]

Spanish (DGE)

• Prosodia: [ᾰγᾱν Thgn.219, Orác. en Hdt.4.157, A.Eu.121; ᾰγᾰν Sapph.122, Simon.37.34, AP 5.216 (Agath.), 10.51 (Pall.), cf. Eust.1433.65]
adv. muy c. adj. παῖδ' ἄγαν ἀπάλαν Sapph.l.c., μηδ' ἄγαν ἀπάλαμνος Simon.l.c., τὸν φιλάεθλον ἄγαν IG 7.2244.2 (Tisbe II/III d.C.)
c. verb. mucho ἄ. (διαστρέφεσθαι) Hp.Fract.8, ἄ. σαλεύει S.OT 22
por estar a menudo en cont. que critican el exceso demasiado μηδὲν ἄγαν σπεύδειν Thgn.335, ἄ. ἐλευθεροστομεῖς A.Pr.180, tb. c. adj. πιθανὸς ἄγαν A.A.485
c. subst. ἄγαν φιλοτιμίαν μνώμενοι Pi.Fr.210, ἡ ἄ. χρημάτων συναγωγή Democr.B 222, ἡ ἄ. σιγή S.Ant.1251, ἡ ἄ. ἐλευθερία, δουλεία Pl.R.564a
c. adv. ὑπερθύμως ἄ. A.Eu.824, ἄ. οὕτω S.Ph.598, ὠμῶς ἄ. X.Vect.5.6
abs. μηδὲν ἄγαν nada demasiado sentencia atribuida a Quilón, uno de los Siete Sabios, escrita en el templo de Delfos, Pl.Prt.343b, cf. Pi.Fr.35b
frec. en lítotes c. un sent. casi irón. εἰμὶ δ' οὐκ ἄ. σοφή E.Med.305, cf. 583, οὐκ ἄ. σφ' ἐπήνεσα E.Ph.764, cf. Ar.Eq.598
tard. εἰς ἄγαν mismo sent., Pall.H.Laus.6.1, 32.1.

• Etimología: De *m̥geH2- c. alarg. nasal > ᾰγᾱ-ν; cf. con otros vocalismos ἀγα-, ἀγαϝός, μέγα.

Greek Monotonic

ἄγαν: επίρρ., πολύ, αρκετά, σε μεγάλο βαθμό, σε Θέογν., Αττ.· η λέξη λίην είναι η αντίστοιχη στην Επικ. και Ιων.· με αρνητική σημασία, υπερβολικά πολύ, Λατ. nimis, όπως στο περίφημο ρητό μηδὲν ἄγαν, Λατ. ne quid nimis, τίποτα υπερβολικό σε κανένα πράγμα, σε Θέογν. κ.λπ. (ᾰγᾱν κυρίως, αλλά και ᾰγᾰν, στο Ανθ.).

Russian (Dvoretsky)

ἄγαν: (ᾰᾱ, редко ᾱᾰ, поздн. ᾰᾰ) adv.
1) весьма, чрезвычайно (βαρύς Aesch.): ἡ ἄ. σιγή Soph. полное молчание;
2) чересчур, чрезмерно: μηδὲν ἄ. Pind., Chilon ap. Arst. ничего (не нужно) сверх меры; ἄ. ἐλευθεροστομεῖν Aesch. быть слишком невоздержным на язык; φιλεῖν ἄ. καὶ μισεῖν ἄ. Arst. быть неумеренным как в любви, так и в ненависти.

Etymological

Grammatical information: adv.
Meaning: much, too much (Pi.)
Dialectal forms: In origin Aeol., Doric, which explains the long α.
Origin: IE [Indo-European] [708] *mg-́eh₂-m
Etymology: Acc. of the adj. μέγας.
See also: ἀγα-

Middle Liddell

[ἄγᾱν properly, but ἄγαν in Anth.]
very, much, very much, Theogn., Attic, the word λίην being its equiv. in epic and ionic: in bad sense, too, too much, Lat. nimis, as in the famous μηδὲν ἄγαν, ne quid nimis, not too much of any thing, Theogn., etc.