Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δήκτης

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523
Full diacritics: δήκτης Medium diacritics: δήκτης Low diacritics: δήκτης Capitals: ΔΗΚΤΗΣ
Transliteration A: dḗktēs Transliteration B: dēktēs Transliteration C: diktis Beta Code: dh/kths

English (LSJ)

ου, ὁ,

   A biter, E.Fr.555: metaph. as Adj., δ. λόγος Plu.2.55b: with neut. Subst., δήκτᾳ στόματι APl.4.266.7.

German (Pape)

[Seite 559] ὁ, beißend, verletzend; στόμα Ep. ad. 273 (Plan. 266); λόγος Plut. ad. et am. discr. 16.

Greek (Liddell-Scott)

δήκτης: -ου, ὁ, (δάκνω) ὁ δάκνων, Ποιητὴς ἐν Στοβ. Ἐκλογ. 1. 106· δ. λόγος Πλούτ. 2. 55Β· ― μετ’ οὐδετ. οὐσιαστ., δήκτᾳ στόματι Ἀνθ. Πλαν. 4. 266.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
qui mord, mordant.
Étymologie: δάκνω.

Spanish (DGE)

-ου
1 que muerde, mordedor, hiriente οὐ δῆκταί πως κύνες εἰσὶ θεοί E.Fr.555 (= Call.SHell.239.5), πέλεκυς Call.SHell.276.5, de caballos πονηροὶ καὶ δῆκται Hippiatr.115.2, cf. 104.3.
2 fig. mordaz, mordiente λόγος Plu.2.55b, στόμα (Μώμου) AP 16.266.

Greek Monolingual

ο (AM δήκτης) δάκνω
αυτός που δαγκώνει, ο δηκτικός.

Greek Monotonic

δήκτης: -ου, ὁ (δάκνω), αυτός που δαγκώνει, που τσιμπά, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

δήκτης: ου adj. m Plut. = δηκτήριος.

Middle Liddell

δάκνω, a biter, Anth.