Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δηκτήριος

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: δηκτήριος Medium diacritics: δηκτήριος Low diacritics: δηκτήριος Capitals: ΔΗΚΤΗΡΙΟΣ
Transliteration A: dēktḗrios Transliteration B: dēktērios Transliteration C: diktirios Beta Code: dhkth/rios

English (LSJ)

ον,

   A biting, torturing, καρδίας E.Hec.235.

German (Pape)

[Seite 559] beißend, verletzend, καρδίας Eur. Hec. 235.

Greek (Liddell-Scott)

δηκτήριος: -ον, δάκνων, βασανίζω, ταλαιπωρῶν, καρδίας Εὐρ. Ἑκ. 235.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui mord.
Étymologie: δάκνω.

Spanish (DGE)

-ον
que muerde, que tortura plu. neutr. subst. καρδίας δηκτήρια lo que tortura el corazón E.Hec.235.

Greek Monolingual

δηκτήριος, -ον (Α) δήκτης
αυτός που δαγκώνει, που προξενεί οδύνη ή πόνο («μηδὲ καρδίας δηκτήρια ἐξιστορῆσαι», Ευρ.).

Greek Monotonic

δηκτήριος: -ον (δάκνω), αυτός που τσιμπά, ενοχλητικός, βασανιστικός, με γεν., σε Ευρ.

Russian (Dvoretsky)

δηκτήριος: кусающий, грызущий, гложущий: καρδίας δηκτήρια ἐξιστορῆσαι Eur. мучить печальными рассказами.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

δηκτήριος -ον [δάκνω] bijtend, grievend.

Middle Liddell

δάκνω
biting, torturing, c. gen., Eur.