Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διαδίδω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(AM διαδίδω και διαδίδωμι)
μεταβιβάζω από άνθρωπο σε άνθρωπο ή από πράγμα σε πράγμα, εξαπλώνω, επεκτείνω
2. κοινολογώ, διασπείρω φήμη, θέτω σε κυκλοφορία (διαδίδεται
διαθρυλείται, φημολογείται)
3. (μτχ. παθ. παρακμ.) διαδεδομένος, -η, -ο (ν)
αυτός που έχει διαδοθεί, εξαπλωμένος («διαδεδομένη νόσος», «μικρόβιο διαδεδομένο» κ.λπ.)
αρχ.
1. απονέμω, παρέχω
2. επεκτείνομαι, εξαπλώνομαι
3. στρέφω, περιφέρω
4. (για την κοιλιά) εκκρίνω
5. χαλαρώνω, υποχωρώ, ενδίδω.