Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατελώ

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM διατελῶ, -έω) διατελής
βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση
νεοελλ.
1. (ευγενική κατάληξη επιστολής) («διατελώ μετά τιμής, μεθ' υπολήψεως»)
2. φρ. «διατελῶ ὑπό τινα» — είμαι κάτω από την εξουσία κάποιου
αρχ.
1. περατώνω, εκπληρώνω
2. εξακολουθώ να είμαι ή να πράττω κάτι («τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῑτ' ἄν», Πλάτ.)
3. εξακολουθώ να είμαιἀχίτων διατελεῑ»).