Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διατελώ

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

(AM διατελῶ, -έω) διατελής
βρίσκομαι σε ορισμένη κατάσταση
νεοελλ.
1. (ευγενική κατάληξη επιστολής) («διατελώ μετά τιμής, μεθ' υπολήψεως»)
2. φρ. «διατελῶ ὑπό τινα» — είμαι κάτω από την εξουσία κάποιου
αρχ.
1. περατώνω, εκπληρώνω
2. εξακολουθώ να είμαι ή να πράττω κάτι («τὸν λοιπὸν βίον καθεύδοντες διατελοῑτ' ἄν», Πλάτ.)
3. εξακολουθώ να είμαιἀχίτων διατελεῑ»).