Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

πράττω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: πράττω Medium diacritics: πράττω Low diacritics: πράττω Capitals: ΠΡΑΤΤΩ
Transliteration A: práttō Transliteration B: prattō Transliteration C: pratto Beta Code: pra/ttw

English (LSJ)

   A v. πράσσω.

German (Pape)

[Seite 696] att. statt -σσω, w. m. s.

Greek (Liddell-Scott)

πράττω: Ἀττ. ἀντὶ πράσσω.

French (Bailly abrégé)

att. c. πράσσω.

Greek Monolingual

ΝΜΑ, πράσσω ΜΑ, ιων. τ. πρήττω, ιων.-επικ. τ. πρήσσω, κρητ. τ. πράδδω, Α
1. εκτελώ, διενεργώ, κάνω (α. «έπραξε το καθήκον του» β. «οἱ μὲν δὴ ταῡτ' ἔπραξάν τε καὶ ἔλεξαν», Ξεν.
γ. «τοῦ πράττειν πάντα, Δέσποτα, τὰ τῆς οἰκείας γνώμης», Πρόδρ.)
2. (το ουδ. πληθ. της μτχ. παθ. παρακμ. ως ουσ.) τα πεπραγμένα
ό,τι έχει γίνει, ό,τι έχει πραγματοποιηθεί, ό,τι έχει εκτελεστεί ώς τη δεδομένη στιγμή («τα πεπραγμένα του διοικητικού συμβουλίου»)
3. φρ. α) «εὖ πράττω» — ευτυχώ
β) «κακῶς πράττω» — δυστυχώ
νεοελλ.
1. περνώ τη ζωή μου, ζω («πώς πράσσουν εις τα νιότα των, πώς πράσσουν σα γεράσουν», δημ. τραγούδι)
2. έχω εμπειρία ή γνώση ενός πράγματος («ότι δεν είδ' ουδ' ήπραξα στσι τόπους που γυρίζω», Ερωτόκρ.)
3. ζω κάπου ή συναναστρέφομαι κάποιους («ήπρασσε στο παλάτι» Ερωτοκρ.)
4. φρ. α) «καλώς πράττω» — κάνω καλά, ενεργώ σωστά
β) «κακώς πράττω» — κάνω κάτι εσφαλμένα, δεν κάνω καλά, ενεργώ κακώς
μσν.-αρχ.
μελετώ, σπουδάζω (α. «ἅπερ δὲ πεπράχαμεν Ἀριστοφάνους δράματα», λεξ. Σούδ.
β. «ἐν τοῑς πραττομένοις» — στα υπό ανάγνωση ποιήματα)
αρχ.
1. διανύω, περνώ (α. «πράσσω κέλευθον, ὁδόν», Ομ. Ιλ.
β. «ἅμαξαν ἐφοπλίσσαιτε... ἵνα πρήσσωμεν ὁδοῑο», Ομ. Οδ.)
2. βρίσκομαι σε μια θέση ή κατάσταση («ὁ μὲν ἐπ' Αἰθίοπας στόλος οὕτω ἔπρηξε», Ηρόδ.)
3. έρχομαι σε σαρκική μίξη («ἐπράχθη τὰ μέγιστα», Θεόφρ.)
4. καταβάλλω ενέργειες, προσπαθώ («μὴ δεῡρο πλεῑν τὴν ναῡν ἔπραττεν», Δημοσθ.)
5. (σχετικά με μυστικές και δόλιες ενέργειες) επιχειρώ («πράττοντές τινες δήμου κατάλυσιν ἐλήφθησαν», Ανδοκ.)
6. ενεργώ («πράσσει γὰρ ἔργω μὲν σθένος βουλαῑσι δὲ φρήν», Πίνδ.)
7. κατορθώνω, επιτυγχάνω («ἔν τ' ἀγωνίοις ἀέθλοισι ποθεινὸν κλέος ἔπραξεν» — πέτυχε ένδοξη νίκη στους αγώνες, Πίνδ.)
8. διαπραγματεύομαι (α. «πράττω εἰρήνην» β. «πράττω φιλίαν» γ. «οἱ πράξαντες πρὸς αὐτὸν τὴν λῆψιν τῆς πόλεως», Θουκ.
δ. «τῷ γὰρ Ἱπποκράτει καὶ ἐκείνῳ τὰ Βοιώτια πράγματα ἀπό τινων ἀνδρῶν ἐν ταῑς πόλεσιν ἐπράσσετο»)
9. επιφέρω βλάβη, προκαλώ συμφορά, κάνω κακό («λεόντεσσιν ἀργοτέροις ἔπρασσεν φόνον», Πίνδ.)
10. εξεγείρω, ξεσηκώνω («Ὀνήσιλος... ὅσπερ τὴν Κυπρίων ἀπόστασιν ἔπρηξε», Ηρόδ.)
11. φονεύω, εκτελώ κάποιον («ἔπρασσε δ' ἁπέρ νιν ὧδε θάπτει» — όπως τον αποτελείωσε, έτσι και τον έθαψε, Αισχύλ.)
12. καθιστώ, κάνω
13. καταγίνομαι, ασχολούμαι με κάτι (α. «σὺ μὲν τὰ σαυτῆς πράσσ' ἐμοὶ δὲ σὺ ξένε τ' αληθὲς εἰπε» — εσύ κάνε καλά τη δουλειά σου, σ' εμένα όμως, ξένε, να πεις την αλήθεια, Σοφ.
β. «ὡς ἂν πεπεισμένος μάλιστα πράττειν τὰ δέοντα», Ξεν.
γ. «οὐδ' εὖ... οἰκοῡνται αἱ πόλεις ὅταν τὰ αὐτῶν ἕκαστοι πράττωσι», Ξεν.)
14. πολιτεύομαι, διοικώ, άρχω
15. (κυρίως σχετικά με χρηματικό ποσό) απαιτώ και παίρνω από κάποιον (α. «πράσσει με τόκον» — μέ εξαναγκάζει να καταβάλω τόκο, Αριστοφ.
β. «πράττειν τινὰ ἀργύριον» — απαιτώ και παίρνω χρήματα, Ηρόδ.)
16. (σχετικά με δημόσιες εισφορές ή δασμούς) εισπράττωφόρον ἔπρησσον παρ' ἑκάστων», Ηρόδ.)
17. διεκδικώ («τοὐφειλομενον πράσσουσα Δίκη», Αισχύλ.)
18. μτφ. παίρνω εκδίκηση («τὸν πατρὸς φόνον πράξαντα», Αισχύλ.)
19. παθ. πράττομαι
α) διενεργούμαι, διεξάγομαι κρυφά («εἴ τι μὴ ξὺν ἀργύρῳ ἐπράσσετ' ἐνθένδε», Σοφ.)
β) τελούμαι, γίνομαι, συμβαίνω («φεῡ, φεῡ, πέπρακται», Ευρ.)
γ) καλούμαι να πληρώσω κάτι («ἐτύγχανε πεπραγμένος τοὺς φόρους», Θουκ.)
δ) (ο παθ. παρακμ. και υπερσ. με μέση σημ.) πέπραγμαι και ἐπεπράγμην
λαμβάνω («εἰ μὲν ἐπεπράγμην τοῦτον τὴν δίκην» — εάν είχαν λάβει από αυτόν το επιδικασθέν ποσό, Δημοσθ.)
20. (το αρσ. πληθ. της μτχ. ενεστ. ως ουσ.) οἱ πράσσοντες και πράττοντες
προδότες
21. (το ουδ. πληθ. της μτχ. παθ. αορ. ως ουσ.) τὰ πραχθέντα
τα γεγονότα, τα συμβάντα
22. φρ. α) «πράσσω πολλά» — προσπαθώ με όλο μου το σθένος και τη δύναμη
β) «πράττω τὰ κοινά» ή «πράττω τὰ δημόσια» ή «πράττω τὰ πολιτικά» ή «πράττω τὰ τῆς πόλεως» — συμμετέχω στα κοινά, ασχολούμαι με τα δημόσια πράγματα, παίρνω μέρος στην πολιτική ζωή
γ) «εὖ πράττειν» — ως ευχή στις επιστολές
στ) «πράττω τι ὑπέρ τινος» — τελώ, εκτελώ κάτι προς χάρη κάποιου ή ως εκπρόσωπος κάποιου («ἔπραξε δὲ ὑπὲρ τῆς πόλεως τὰ πάτρια τὰ πρὸς τοὺς θεούς», Δημοσθ.)
ζ) «πράττομαι τινά τι» — παίρνω από κάποιον για τον εαυτό μου («ἐκεῑνος πράττεται τοὺς παρ' αὑτοῦ σῑτον ἐξάγοντας τριακοστήν», Δημοσθ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Το ρ. πρᾱττω ανάγεται στη δισύλλαβη ρίζα perā- «διακομίζω, διέρχομαι, διαπερνώ» (πρβλ. πέρνημι, πείρω, πέρα), με μηδενισμένο το πρώτο φωνήεν και απαθές το δεύτερο (πρβλ. πραθῆναι, πρᾶσις, πράτης, πρατός). Το ρ. πράσσω (< πρά-κ-jο) εμφανίζει άηχη ουρανική παρέκταση -κ- (πρβλ. πρᾶξις, πρακτήρ), αλλά και ηχηρή ουρανική παρέκταση -γ- (πρβλ. -πράγ-ην, πέ-πραγ-α). Κατά τον ίδιο τρόπο με άηχη και ηχηρή ουρανική παρέκταση έχουν σχηματιστεί και τα ρ. πλήττω και πήγνυμι.
ΠΑΡ. πράγμα, πράκτωρ, πράξη(-ις)
αρχ.
πράγος, πρακτήρ, πράκτης, πρακτός, πρακτύς.
ΣΥΝΘ. (Β' συνθετικό) διαπράττω, εισπράττω, συμπράττω, συνεισπράττω
αρχ.
αναπράττω, αντιπράττω, εκπράττω, επεισπράττω, καταπράττω, παραπράττω, παρεισπράττω, προπράττω, προσπράττω, συνδιαπράττω, υπερπράττω
νεοελλ.
προεισπράττω].

Greek Monotonic

πράττω: Αττ. αντί πράσσω.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

πράττω, ep. Ion. πρήσσω, Dor. en koinè πράσσω [~ πέρνημι, ~ πείρω] aor. ἔπραξα, Ion. aor. ἔπρηξα; aor. pass. ἐπράχθην; perf. πέπρᾱγα en πέπρᾱχα, Ion. inf. perf. πεπρηγέναι en πεπρηχέναι,\n plqperf. ἐπεπράγειν en ἐπεπράχειν; perf. med.-pass. πέπραγμαι, Ion. med.-pass. πέπρηγμαι, plqperf. med.-pass. (ἐ)πεπράγμην; fut. πράξω,\n Ion. fut. πρήξω, med.-pass. πράξομαι; voltooien, verrichten, doen met acc. voltooien, afleggen:; ῥίμφα πρήσσουσι κέλευθον snel leggen zij hun weg af Od. 13.83; ook met gen.: ἵνα πρήσσωμεν ὁδοῖο opdat we snel op weg gaan Il. 24.264. volbrengen, bereiken:; ἔπρηξας... Ἥρη, ἀνστήσασ ’ Ἀχιλῆα je hebt met succes Achilles weer op de been gekregen, Hera Il. 18.357; bij Hom. vaak met ontk.: οὔ τι πρήσσει hij bereikt niets Il. 11.552; πρῆξαι δ ’ ἔμπης οὔ τι δυνήσεαι maar je zult niet in staat zijn iets te bereiken Il. 1.562; οὐδέ τι ἔργον... πρήξει hij zal niets bereiken Od. 19.324; ἔπρασσε δ ’ ἅπερ νιν ὧδε θάπτει zij (Clytaemnestra) deed dat, die hem (Agamemnon) zo\n begroef Aeschl. Ch. 440; ἔπραξεν οἷον ἤθελεν hij heeft bereikt wat hij wilde Soph. OC 1704; οὐδὲν ἂν ὧν νυνὶ πεποίηκεν ἔπραξεν dan zou hij niets bereikt hebben van wat hij nu gedaan heeft Dem. 4.5; ὅτι... πάντων ὧν δέονται πεπραγότες εἶεν παρὰ βασιλέως dat zij van de koning alles gedaan hadden gekregen waaraan zij behoefte hadden Xen. Hell. 1.4.2; π. τι παρὰ τῶν θεῶν ἀγαθόν iets goeds van de goden gedaan krijgen Isocr. 2.20; πέπρακται τοὖργον de taak is volbracht Aeschl. PV 75. tot stand brengen, bewerkstelligen, verrichten, doen:; τὴν ἀπόστασιν π. de opstand bewerkstelligen Hdt. 5.113.2; π. χάριν een dienst bewijzen Eur. El. 1133; met dubb. acc.: ἀγαθόν τι πρᾶξαι τὴν πόλιν iets goeds voor de stad verrichten Aristoph. Eccl. 108; π. εἰρήνην vrede tot stand brengen Dem. 3.7; π. φιλίαν vriendschap bevorderen Dem. 18.162; πράττων κάθοδον αὐτῷ terugkeer voor zichzelf bewerkstelligen Plut. Cic. 33.3. zich bezighouden met, doen:; σὺ μεν τὰ σαυτῆς πράσσε bemoei je met je eigen zaken Soph. El. 678; π. τὰ δέοντα zijn plicht doen Xen. Mem. 3.8.1; τὰ Ἀθηναίων π. de zaak van de Atheners behartigen Plat. Smp. 216a; π. τὰ πολιτικὰ πράγματα zich met staatszaken bezighouden Plat. Ap. 31d = τὰ τῆς πόλεως π. Lys. 16.20 = π. τὰ πράγματα Lys. 13.60; πολλὰ π. zich met van alles bemoeien Hdt. 5.33.4; abs. politiek bedrijven:; ἱκανωτάτω λέγειν τε καὶ πρασσειν bijzonder geschikt in spreken en politiek bedrijven Xen. Mem. 1.2.15; ptc. subst.: τὰ πρασσόμενα de acties Thuc. 4.121.1; τὰ πεπραγμένα de regelingen Thuc. 4.122.2; τὸ πραχθέν wat gedaan is Plat. Prot. 324b. zaken regelen, onderhandelen, met dat..; αὐτοῖς ἔπρασσον ὅπως τις βοήθεια ἥξει zij onderhandelden met hen opdat er enige hulp zou komen Thuc. 3.4.6; ook met πρός + acc. of εἰς + acc.:; ἔπραττε περὶ εἰρήνης hij onderhandelde over vrede Xen. Hell. 6.3.3; ongunstig samenzweren:; πρὸς ὃν ἔπραξαν οἱ προδιδόντες met wie de verraders hadden samengezworen Thuc. 2.5.7; π. δήμου κατάλυσιν voor de afschaffing van de democratie ageren And. 3.6; ἔπραττε Φιλίππῳ hij heulde met Philippus Dem. 9.59; ptc. subst.: οἱ πράσσοντες de samenzweerders Thuc. 4.113.1. laten betalen, invorderen:; ἀντίποινα π. genoegdoening krijgen Aeschl. Pers. 476; π. τοὐφειλόμενον de schuld invorderen Aeschl. Ch. 311; τί καὶ πράξεις με ὑπὲρ αὐτοῦ σύ; wat ga je mij dan voor hem laten betalen? Luc. 27.18; met dubb. acc..; αὐτοὺς... ἑκατὸν τάλαντα ἔπραξαν zij lieten hen honderd talenten betalen Hdt. 3.58.4; pass. belast worden, een aanslag krijgen (voor); met acc..; ὑπὸ βασιλέως... ἐτύγχανε πεπραγμένος τούς... φόρους hij was door de koning aangeslagen voor de afdrachten Thuc. 8.5.5; διπλοῦν πραττέσθω hij moet worden belast met het dubbele Plat. Lg. 921c; ook met παρά + gen.:; φόρον ἔπρησσον παρ ’ ἑκάστων zij vorderden belasting van iedereen Hdt. 1.106.1; ook med. zich laten betalen, invorderen:; τοὺς ἔχοντας αὐτὰ Αἰγινήτας πρήσσεσθαι ἐκέλευον zij adviseerden ze hun geld op te eisen bij de inwoners van Aegina, die (de beelden) hadden Hdt. 5.84.1; een vonnis ten uitvoer brengen, subst. ptc.: οἱ πραττόμενοι de uitvoerders van vonnissen Aristot. Pol. 1322a15. intrans. het\n (goed of slecht) maken, er... aan toe zijn; met adv..; ὁ ναυτικὸς στρατὸς οὕτω ἔπρησσε zo ging het met de vloot Hdt. 6.44.3; van pers.:; εὖ π. succes hebben Hdt. 1.24.7; κακῶς π. pech hebben Aeschl. PV 265; καλῶς καὶ κακῶς πράσσειν meer en minder succes hebben Men. Epitr. 1098; κατὰ νόον π. het verwachte resultaat boeken Aristoph. Eq. 549; met adv. en acc. n.:; τὰ γεωργικὰ εὖ πράττειν succes hebben in de landbouw Xen. Mem. 3.9.15; met acc. n.:; καλὰ π. succes hebben Thuc. 6.16.5; δυστυχῆ π. ongeluk hebben Aeschl. Sept. 339; χείρω π. zich in een slechtere situatie bevinden Thuc. 7.71.1; ἵνα εἰδῆτε... τί πράσσω opdat jullie weten hoe het met mij gaat NT Eph. 6.21; met twee acc. n.. πάντα ἀγαθὰ πεπράγαμεν het is ons in alles goed gegaan Aristoph. Ran. 302; πάντα τοι πέπραγας οἷα χρὴ τὸν εὐτυχοῦντα je hebt alles bereikt wat een gelukkig mens toekomt Aristoph. Eq. 683.

Russian (Dvoretsky)

πράττω: атт. = πράσσω.