Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διερεθίζω

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: διερεθίζω Medium diacritics: διερεθίζω Low diacritics: διερεθίζω Capitals: ΔΙΕΡΕΘΙΖΩ
Transliteration A: dierethízō Transliteration B: dierethizō Transliteration C: dierethizo Beta Code: diereqi/zw

English (LSJ)

   A provoke greatly, Plb.9.18.9, Phld.Ir.p.48 W., al., Ph.1.602, Aesop.250:—Pass., δ. πρὸς ἀλλήλους Arist.Mir.837b17; ἔκ τινος Plu.Oth.4.    2 stimulate, τὰς ἐκκρίσεις Herod.Med. ap. Orib.8.4.1.

Greek (Liddell-Scott)

διερεθίζω: μεγάλως ἐρεθίζω, Πολύβ. 9. 18, 9.

Spanish (DGE)

I 1excitar, provocar τοὺς ἐν τῇ πόλει a la guarnición Plb.9.18.9, π[ολ] λούς Phld.Piet.1683, ἀμνὸν δ' ἢ χίμαρον ἢ βοῦν ... ὁπότε διερεθίζει τις Ph.1.602, τὴν ἐπιθυμίαν Ph.2.483, τοὺς Ῥωμαίους ἐς μύσος πρεσβέων App.Pun.81, (αἱ θήλειαι) τοὺς ἄρρενας εἰς τοῦτο (sc. τὴν μίξιν) διερεθίζουσι Ar.Byz.Epit.98.26, τοὺς ἰσχυροτέρους Aesop.149, cf. abs. Phld.Ir.31.13.
2 medic. estimular τὰς ἐκκρίσεις Herod.Med. en Orib.8.4.1, en v. pas., Phlp.in GA 196.29
irritar κλυστῆρι διερεθίσαι τὴν γαστέρα Ateph.in Hp.Aph.1.126.6.
II intr. en v. med.
1 excitarse, irritarse Phld.Ir.47.30, Plu.Oth.4, Gal.18(2).118.
2 discutir, pelearse πρὸς ἀλλήλους Arist.Mir.837b18.

Greek Monolingual

(AM διερεθίζω)
ερεθίζω κάποιον συνεχώς, παροξύνω
αρχ.
διεγείρω, προκαλώ ερεθισμό.

Russian (Dvoretsky)

διερεθίζω:
1) раздражать, приводить в ярость (τινά Polyb., Plut.; διερεθίζεσθαι πρὸς ἀλλήλους Arst. - v. l. διερίζεσθαι);
2) возбуждать (φθόνον Plut.).