Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δούλεμα

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

το (AM δούλευμα
Μ και δούλεμα)
νεοελλ.
1. το να δουλεύεται κάτι, να τυγχάνει επεξεργασίας
2. (για αγρό) όργωμα, καλλιέργεια
3. επεξεργασία λεπτομερειών («αυτό το σύγγραμμα θέλει ακόμη δούλεμα»)
4. κοροϊδία, κούρντισμα
μσν.
λειτουργία
αρχ.
1. εργασία για δούλο
2. δούλος.