Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

σύγγραμμα

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: σύγγραμμα Medium diacritics: σύγγραμμα Low diacritics: σύγγραμμα Capitals: ΣΥΓΓΡΑΜΜΑ
Transliteration A: sýngramma Transliteration B: syngramma Transliteration C: syggramma Beta Code: su/ggramma

English (LSJ)

ατος, τό,

   A writing, written paper, Hdt.1.48, X.Cyr.8.4.25 (cf. 16); written composition, book, work, Id.Mem.2.1.21, 4.2.10, Pl.Grg.462b, Tht.166c, Arist.EN1181b2, Gal.15.424, etcl; systematic work, opp. ὑπόμνημα, Id.16.532; esp. prose work, treatise, τὰ κατὰ λόγον or καταλογάδην σ., opp. ποιήματα, Pl.Lg.810b, Isoc.2.7, cf. 42; written speech, Id.Ep.1.5.    II written form, regulation, ordinance, Pl. Plt.299d sq.; σ. πολιτικόν Id.Phdr.258d; clause of a law, Aeschin. 3.127 (s.v.l.); οὐκ ἄξιον συγγράμματος not worth a note, Gal.15.909.

German (Pape)

[Seite 962] τό, das Aufgeschriebene, das Schriftwerk, Buch; Isocr. 2, 7; Plat. Gorg. 462 b u. öfter; Xen. Mem. 2, 1, 21; πολλὰ τῶν ἰατρῶν ἐστι συγγράμματα, 4, 2, 10; bes. Geschichtsbuch, auch das darin Niedergeschriebene, Her. 1, 48; übh. Schrift in Prosa, Abhandlung, Aufsatz; Ggstz von ποίημα, συγγράμματα κατὰ λόγον εἰρημένα μόνον, Plat. Legg. VII, 810 b, vgl. Lys. 204 d. – Auch Gesetz, Vorschrift, καὶ νόμιμα, Plat. Min. 316 e; τοῖς περὶ ὁτουοῦν νόμους καὶ ξυγγράμματα τιθεμένοις, Polit. 300 b.

Greek (Liddell-Scott)

σύγγραμμα: τό, (συγγράφω) τὸ συγγεγραμμένον, χάρτης γεγραμμένος Ἡρόδ. 1. 48, Πλάτ., κλ.· ― ὡς καὶ νῦν, βιβλίον, λόγος, Ξεν. Ἀπομν. 2. 1, 21, Πλάτ. Γοργ. 462Β, Θεαίτ. 166C, κτλ.· μάλιστα ἐπὶ συγγράμματος ἢ πραγματείας ἐν τῷ πεζῷ λόγῳ, τὰ κατὰ λόγον ἢ καταλογάδην σ., ἀντίθετ. τῷ ποιήματα, ὁ αὐτ. ἐν Νόμ. 810Β, Ἰσοκρ. 16Β, πρβλ. 238· γραπτὸς λόγος, ὁ αὐτ. 405C. II. ἔγγραφος διάταξις, κανονισμός, Πλάτ. Πολιτ. 299D κἑξ.· σ. πολιτικὸν ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρ 258C· ― ἄρθρον νόμου, Αἰσχίν. 71. 30. 2) συνταγὴ ἰατροῦ, Ξεν. Ἀπομν. 4. 2, 10, Ἀριστ. Ἠθικ. Νικ. 10. 9, 21. Πρβλ. συγγραφεύς.

French (Bailly abrégé)

ατος (τό) :
1 composition, ouvrage, traité ; particul. ouvrage en prose ; discours écrit;
2 règlement, ordonnance ; ordonnance de médecin.
Étymologie: συγγράφω.

Greek Monolingual

το, ΝΜΑ συγγράφω
πνευματικό έργο σε γραπτό πεζό λόγο (α. «εξέδωσε ένα σημαντικό επιστημονικό σύγγραμμα» β. «Πρόδικος δὲ ὁ σοφὸς ἐν τῷ συγγράματι τῷ περὶ Ἡρακλέους», Ηρόδ.)
νεοελλ.
βιβλίοκάθε φοιτητής δικαιούται δωρεάν ένα μόνον σύγγραμμα»)
αρχ.
1. γραμμένο χαρτί
2. γραπτός λόγος
3. έγγραφη διάταξη
4. άρθρο, διάταξη νόμου («καὶ πάλιν ἐν τῷ αὐτῷ ψηφίσματι πολὺ καὶ σαφέστερον καὶ πικρότερον σύγγραμμα γράφει», Αισχίν.)
5. συνταγή γιατρού
6. φρ. «κατὰ λόγον [ή κατὰ λογάδην] συγγράμματα» — γραπτά έργα σε πεζό λόγο, σε αντιδιαστολή προς τα ποιήματα.

Greek Monotonic

σύγγραμμα: -ατος, τό (συγγράφω),·
I. αυτό που έχει γραφτεί, γραμμένο χαρτί, σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.· γραπτή σύνθεση, βιβλίο, έργο, σε Ξεν. κ.λπ.· ιδίως έργο σε πεζό λόγο, πεζογραφία, πραγματεία, γραπτός λόγος, στον ίδ., σε Ισοκρ.
II. νομική διάταξη, γραπτός κανονισμός, σε Αισχίν.
2. συνταγή του γιατρού, συνταγογράφηση, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

σύγγραμμα: ατος τό
1) записанное, запись Her., Plat.;
2) сочинение, (литературное) произведение или книга Plat., Isocr.;
3) писаное правило, наставление Plat.;
4) законоположение, статья закона Aeschin.;
5) предписание, рецепт (τῶν ἰατρῶν συγγράμματα Xen.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

σύγγραμμα -ατος, τό [συγγράφω] ( proza)geschrift, verhandeling, boek. πολλὰ... ἰατρῶν ἐστι συγγράμματα er zijn veel boeken van (door) artsen Xen. Mem. 4.2.10.

Middle Liddell

σύγγραμμα, ατος, τό, συγγράφω
I. a writing, a written paper, Hdt., Plat., etc.:— a written composition, book, work, Xen., etc.; esp. a prose work, treatise, a written speech, Xen., Isocr.
II. a clause of a law, Aeschin.
2. a physician's prescription, Xen.

English (Woodhouse)

σύγγραμμα = composition, writing, book composed, doctor's prescription, work composed

⇢ Look up "σύγγραμμα" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)