Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

δραγματηφόρος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: δραγμᾰτηφόρος Medium diacritics: δραγματηφόρος Low diacritics: δραγματηφόρος Capitals: ΔΡΑΓΜΑΤΗΦΟΡΟΣ
Transliteration A: dragmatēphóros Transliteration B: dragmatēphoros Transliteration C: dragmatiforos Beta Code: dragmathfo/ros

English (LSJ)

ον,

   A carrying sheaves, Babr.88.16.

Greek (Liddell-Scott)

δραγμᾰτηφόρος: -ον, ὁ φέρων ἢ μεταφέρων δράγματα, δέματα σταχύων, Βάβρ. 88. 16.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui porte des gerbes.
Étymologie: δράγμα, φέρω.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ el que transporta las gavillas μισθὸν δ' ἔταξε δραγματηφόροις δώσειν Babr.88.16.

Greek Monotonic

δραγμᾰτηφόρος: -ον (φέρω), αυτός που μεταφέρει δεμάτια, χειρόβολα, σε Βάβρ.

Russian (Dvoretsky)

δραγματηφόρος: несущий колосья Babr.

Middle Liddell

δραγμᾰτη-φόρος, ον adj φέρω
carrying sheaves, Babr.