Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκλείπω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἐκλείπω)
1. αφήνω τη ζωή, πεθαίνω (α. «ο εκλιπών» — ο νεκρός
β. «οι εκλιπόντες» — οι νεκροί)
2. παύω να υπάρχω («λοιμώδεις νόσοι που έχουν εκλείψει», «εκλείπουν τα εφόδια», «Χαῑρε δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει»)
3. (για ουράνια σώματα) παθαίνω έκλειψη
μσν.
κατακρατώ
αρχ.
1. παραλείπω, αποσιωπώ
2. εγκαταλείπω
3. αφήνω κάτι ατέλειωτο
4. απομακρύνομαι, φεύγω
5. (για τόπο κατά τη διάρκεια ταξιδιού) προσπερνώ, δεν σταματώ
6. λιποθυμώ
7. (για τον σφυγμό) διαλείπω.