Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκτιμώ

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

(-άω) και εχτιμώ και χτιμάω (AM ἐκτιμῶ)
1. τιμώ κάποιον ή κάτι ιδιαίτερα, αναγνωρίζω την αξία του κυρίως για ηθικές ή πνευματικές ιδιότητες («τον εκτιμώ για την τιμιότητά του», «εκτιμώ το ήθος και τη μόρφωσή του»)
2. υπολογίζω την αξία («η εφορία εκτίμησε την κληρονομιά»)
3. έχω κάποιον σε μεγάλη υπόληψη
νεοελλ.
(για γεγονότα, καταστάσεις κ.λπ.) κρίνω, σταθμίζω την αξία
μσν.
αγοράζω με πλειοδοσία, προσφέρω μεγαλύτερη τιμή σε δημοπρασία
αρχ.
1. (για πράγμ.) ορίζω μεγάλη τιμή, υπερτιμώ
2. παθ. (για θεούς)
λατρεύομαι, τιμώμαι ιδιαιτέρως.