Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευπαθής

Τὰ πάντα ῥεῖ καὶ οὐδὲν μένει -> Everything flows and nothing stands still
Heraclitus

Greek Monolingual

-ές (ΑΜ εὐπαθής, -ές)
(για πρόσωπα)
1. αυτός που νοσεί εύκολα, αυτός που έχει λεπτή, τρυφερή σωματική κατασκευή
2. αυτός που υφίσταται εύκολα τις εξωτερικές επιδράσεις, που πάσχει ή ερεθίζεται εύκολα, ο ευερέθιστος
νεοελλ.
(για φυσικά όργανα ή συσκευές) αυτός που σημειώνει και τις ελάχιστες εξωτερικές αλλοιώσεις και επιδράσεις, ο ευαίσθητος
αρχ.
1. ευχάριστος, τερπνός
2. (με ηθική έννοια) ευσυγκίνητος στα ψυχικά πάθη, ευαίσθητος.
επίρρ...
ευπαθώς (Α εὐπαθῶς)
νεοελλ.
με ευπαθή τρόπο
αρχ.
με ηδονή.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -παθής (< πάθος), πρβλ. α-παθής, πολυ-παθής].