Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύρωστος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὔρωστος, -ον)
1. ισχυρός, δυνατός, ρωμαλέοςεὔρωστος τὸ σῶμα», Ξεν.)
2. αυτός που έχει ψυχικό σθένοςεὔρωστος τὰς ψυχάς», Αριστοτ.)
νεοελλ.
ανθηρός, σε καλή κατάσταση («εύρωστη οικονομία»).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ρωστος (< ρώννυμι «δυναμώνω»), πρβλ. ά-ρρωστος, ταχύ-ρρωστος].