Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ανθηρός

Δύο γὰρ, ἐπιστήμη τε καὶ δόξα, ὧν τὸ μὲν ἐπίστασθαι ποιέει, τὸ δὲ ἀγνοεῖν.
Hippocrates

Greek Monolingual

-ή, -ό (AM ἀνθηρός, -ά, -όν) άνθος
(για έδαφος ή τόπο) αυτός που έχει πολλά άνθη, λουλουδιασμένος
νεοελλ.
μτφ.
1. (για πρόσωπα) δυνατός, γερός, ευδιάθετος
2. (για πράγματα, καταστάσεις) αυτός που ακμάζει, που ανθεί
3. φρ. «ανθηρά οικονομικά μέσα» — μεγάλη οικονομική ευχέρεια
αρχ.
1. ανθισμένος, γεμάτος λουλούδια
2. μτφ. δροσερός, ακμαίος, νέος
3. μτφ. (για μουσική) νέος, σύγχρονος
4. (για πρόσωπα) ευχάριστος
5. (για χρώματα) ζωηρόχρωμος, λαμπερός, στιλπνός
6. εξαίρετος, λαμπρός
7. (για λογοτεχνικό ύφος ή μουσική) χαριτωμένος, κομψός, γλαφυρός, αρμονικός
8. «τᾱς μανίας δεινὸν ἀνθηρόν τε μένος» (Σοφ.)
το φοβερό το θρασομάνισμά του και τ' άγριο φούντωμα της λύσσας του (Γρυπάρης)
9. επίρρ. ανθηρώς
επιφώνημα επιδοκιμασίας.