Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θανατοφόρος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: θᾰνᾰτοφόρος Medium diacritics: θανατοφόρος Low diacritics: θανατοφόρος Capitals: ΘΑΝΑΤΟΦΟΡΟΣ
Transliteration A: thanatophóros Transliteration B: thanatophoros Transliteration C: thanatoforos Beta Code: qanatofo/ros

English (LSJ)

ον,=

   A θανατηφόρος, πάθη A.Ag.1176 (lyr.).

German (Pape)

[Seite 1186] = θανατηφόρος, Aesch. Ag. 1149.

Greek (Liddell-Scott)

θᾰνᾰτοφόρος: -ον, = θανατηφόρος, πάθη Αἰσχύλ. Ἀγ. 1176.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
c. θανατηφόρος.

Greek Monolingual

θανατοφόρος, -ον (Α)
ο θανατηφόρος («θανατοφόρα πάθη», Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < θάνατος + -φόρος < φέρω
πρβλ. ανθο-φόρος, καρπο-φόρος.

Greek Monotonic

θᾰνᾰτοφόρος: -ον, = θανατηφόρος, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

θᾰνᾰτοφόρος: Aesch. = θανατηφόρος.

Middle Liddell

θᾰνᾰτο-φόρος, ον = θανατηφόρος, Aesch.]