Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεληματικός

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: θεληματικός Medium diacritics: θεληματικός Low diacritics: θεληματικός Capitals: ΘΕΛΗΜΑΤΙΚΟΣ
Transliteration A: thelēmatikós Transliteration B: thelēmatikos Transliteration C: thelimatikos Beta Code: qelhmatiko/s

English (LSJ)

ή, όν,

   A optional, voluntary, superfluous. Adv. -κῶς Eust.920.19.

German (Pape)

[Seite 1192] willig, freiwillig, Sp. – Adv., Eust. 920, 19.

Greek (Liddell-Scott)

θεληματικός: -ή, -όν, ἑκούσιος, μεταγεν. - Ἐπίρρ. -κῶς, Εὐστάθ. 920, 19.

Greek Monolingual

-ή, -ό (Μ θεληματικός, -ή, -όν) θέλημα
αυτός που γίνεται με τη θέληση κάποιου, εκούσιος, εθελοντικός
νεοελλ.
σκόπιμος («όποιος κάνει αυτό με απόφαση θεληματική», Σολωμ.).
επίρρ...
θεληματικώς και -ά (Μ θεληματικῶς και -ά)
με τη θέληση μου (σου, του), εκούσια, αυτοπροαίρετα
νεοελλ.
σκόπιμα, επίτηδες.