Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θεμελιώνω

Ὠς χαρίεν ἔστʹ ἄνθρωπος, ὅταν ἄνθρωπος ᾗ -> What a fine thing a human is, when truly human!
Menander, fragment 761

Greek Monolingual

(AM θεμελιῶ, -όω) θεμέλιο
1. βάζω θεμέλια, ρίχνω θεμέλια, («πύργους... φοίνιξι θεμελιώσας», Ξεν.)
2. μτφ. θέτω τις πρώτες βάσεις, στηρίζω, στερεώνω, χτίζω, δημιουργώ, ριζώνωπάνω στη δικαιοσύνη θεμελιώνονται τα καλά πολιτεύματα»)
νεοελλ.
1. τεκμηριώνω, αποδεικνύω με επιχειρήματα («θεμελίωσε την άποψη σου»)
2. στηρίζω κάτι κάπου, επιβεβαιώνω κάτι («παραφορούντ' απόμακρα, μα δεν το θεμελιώνουν», Ερωτόκρ.)
3. (η παθ. μτχ. ως επίθ.) θεμελιωμένος, -η, -ο
α) οικοδομημένος, χτισμένος
β) μτφ. ριζωμένος, στερεωμένος
γ) μτφ. γεροφτιαγμένος, καλοκαμωμένος
δ) μτφ. σίγουρος, βέβαιος.