Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θηλειά

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

και θελ(ε)ιά και φηλ(ε)ιά, η
1. βρόχος («μού 'βαλε θηλειά στο λαιμό»)
2. είδος παγίδας πουλιών ή μικρών θηραμάτων, συρτοθηλειά
3. το διάκενο στο δίχτυ, το μάτι
4. είδος κουμπότρυπας που σχηματίζεται με πλέγμα απ' όπου περνά το κουμπί.
[ΕΤΥΜΟΛ. θήλεια, θηλ. του επιθ. θήλυς. Ο τ. θελειά με τροπή του φθόγγου i σε ρ λόγω φωνητικής επιδράσεως του υγρού συμφώνου -λ- (πρβλ. κυρά > κερά υπό την επίδραση του υγρού συμφώνου -ρ-), ενώ ο τ. φηλειά με τροπή του θ σε f (πρβλ. θηκάρι > φηκάρι). Το επίθ. θήλυς, θηλυκός χαρακτηρίζει τα όργανα ή τα εργαλεία εκείνα που δέχονται στο εσωτερικό τους άλλα τα οποία χαρακτηρίζονται «αρσενικά» (λ.χ. κλειδαριά - κλειδί, παξιμάδι -βίδα κ.λπ.)].