Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παξιμάδι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

το / παξιμάδιον και παξιμάδιν, ΝΜ
κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί δύο φορές για να αποβάλει όλο του το νερό και να μπορεί έτσι να διατηρείται για περισσότερο καιρό, ο λεγόμενος και διπυρίτης άρτος
νεοελλ.
κοινή ονομασία για το περικόχλιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. παξιμάδιον < παξαμάδιον (ανομοιωτικά) < παξαμᾶς].