Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

παξιμάδι

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το / παξιμάδιον και παξιμάδιν, ΝΜ
κομμάτι ψωμιού που έχει ψηθεί δύο φορές για να αποβάλει όλο του το νερό και να μπορεί έτσι να διατηρείται για περισσότερο καιρό, ο λεγόμενος και διπυρίτης άρτος
νεοελλ.
κοινή ονομασία για το περικόχλιο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. παξιμάδιον < παξαμάδιον (ανομοιωτικά) < παξαμᾶς].