Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

βρόχος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: βρόχος Medium diacritics: βρόχος Low diacritics: βρόχος Capitals: ΒΡΟΧΟΣ
Transliteration A: bróchos Transliteration B: brochos Transliteration C: vrochos Beta Code: bro/xos

English (LSJ)

ὁ,

   A noose, slip-knot, Od.11.278, 22.472, Hdt.4.60, Democr. 134, S.Ant.1222, etc.; snare for birds, Ar.Av.527; θηρῶν β. E.Hel. 1169; ἁλοὺς βρόχων πλεκταῖς ἀνάγκαις Xenarch.1.8; mesh of a net, X.Cyn.2.5, etc.: metaph., β. ἀρκύων ξιφηφόροι E.HF729; ὡς ἂν ληφθῶσιν ἐν ταὐτῷ βρόχῳ A.Ch.557; ἐν βρόχῳ τὸν τράχηλον ἔχων νομοθετεῖν 'with a halter round one's neck', D.24.139. (βρόκχον shd. be written in Thgn.1099.)

German (Pape)

[Seite 465] ὁ, Schlinge, Strick zum Erhenken, Od. 11, 278. 22, 472; Aesch. Suppl. 787; Soph. Ant. 1222; Eur. oft. Prosa, Dem. 24, 139; bes. zum Vogelsang, neben δίκτυα Plat. Soph. 220 c Ar. Av. 527; übh. Netz u. Maschen im Netz, Xen. Cyn. 2, 4 u. öfter; vgl. Poll. 5, 28.

Greek (Liddell-Scott)

βρόχος: ὁ, σχοινίον πρὸς ἀπαγχόνισιν ἢ στραγγαλισμόν, θηλειά, Ὀδ. Λ. 278, Χ. 472, Ἡρόδ. 4. 60, Σοφ. Ἀντ. 1222, κτλ.· ― εἶδος παγίδος διὰ τὰ πτηνά, Ἀριστοφ. Ὄρν. 527· θηρῶν βρ. Εὐρ. Ἑλ. 1169· ἁλοὺς βρόχων πλεκταῖς ἀνάγκαις Ξέναρχ. Βουτ. 1. 8· ― τὰ μεταξὺ τῶν σχοινίων ἀνοίγματα τοῦ δικτύου, Ξεν. Κυν. 2, 5, κτλ.· β. ἀρκύων Εὐρ. Ἡρ. Μαιν. 729· μεταφ., ληφθέντες ἐν ταὐτῷ βρόχῳ Αἰσχύλ. Χο. 557· ἐν βρόχῳ τὸν τράχηλον ἔχω, πράττω τι πιεζόμενος καὶ διὰ φόβον, Δημ. 744. 6. [Ὁ Θέογν. 1095 μεταχειρίζεται τὴν πρώτην συλλαβὴν μακρὰν καὶ ἔν τισι χειρογράφοις εἶναι γεγραμμένον βρόγχον, ἀλλ’ ἡ ὀρθὴ γραφὴ εἶνε βρόκχον, ὡς ἰακχέω ἀντὶ ἰαχέω, κτλ.]. (Ἄγνωστος ἡ ἀρχὴ τῆς λέξεως).

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
lacet ou corde pour pendre ou étrangler ; collet.
Étymologie: DELG étym. incert. -- Babiniotis de μρο-, cf. v-slav. mreža « lacet, cordon ».

English (Autenrieth)

noose, Od. 11.278 and Od. 22.472.

Spanish (DGE)

-ου, ὁ I 1nudo corredizo, dogal para ahorcar ἁψαμένη βρόχον αἰπὺν ἀφ' ὑψηλοῖο μελάθρου Od.11.278, ἀμφὶ δὲ πάσαις δειρῇσι βρόχοι ἦσαν Od.22.472, βρόχῳ περὶ ὦν ἔβαλε τὸν αὐχένα Hdt.4.60, cf. 7.85, A.Supp.787, S.Ant.1222, E.Hipp.770, Lyc.1100, Plu.2.216d, Philostr.Ep.57, Lyd.Mag.3.60
fig. ἐν βρόχῳ τὸν τράχηλον ἔχων νομοθετεῖ legisla con un lazo alrededor del cuello D.24.139.
2 lazo para cazar animales βρόχοι θηρῶν E.Hel.1169, ξύλοις καὶ βρόχοις ἐθήρευον Pl.Criti.119e, cf. Thgn.1099, Ar.Au.527, Democr.B 134, Pl.Sph.220c, X.Cyn.9.13, LXX Pr.6.5, D.P.1.1, Plu.2.757d, Amph.Seleuc.56
trampa hecha de malla, X.Cyn.2.4, 5
red, malla para pescar ἐκ ταύτης βίος βρόχοισι καὶ πέδαισιν οἴκαδ' ἔρχεται proveniente de ella (la mar) las vituallas llegan a casa por medio de redes y trabas E.Fr.670, ἁλοὺς βρόχων πλεκταῖς ἀνάγκαις de un pulpo, Xenarch.1.8, β. εὐρύς red de malla ancha Opp.H.3.118
fig. de pers. ἐν ταὐτῷ βρόχῳ θανόντες muriendo en idéntica trampa A.Ch.557, βρόχοισι δ' ἀρκύων κεκλῄσεται ξιφηφόροισι E.HF 729, cf. Or.1315, οὐχ ἵνα βρόχον ὑμῖν ἐπιβάλω 1Ep.Cor.7.35.
3 cirug. lazo para extraer un pólipo, Hp.Morb.2.35, Aff.5.
II bot. otro n. del árbol productor de la goma o resina Plin.HN 12.35, cf. βλόχον.
III medida de capacidad equiv. a 24 cótilas, Hero Geom.23.63.

• Etimología: Se suele postular *μροχος y rel. c. μόροττον, aesl. mrĕža ‘red’, ‘lazo’, lituan. márška.

English (Abbott-Smith)

βρόχος, -ου, ὁ, [in LXX: Pr 6:5 (יָד) 7:21 (חֵלֶק) 22:25 (מֹוקֵשׁ), III Mac 4:8 *;]
a noose, a slip-knot, a halter: metaph., a restraint (not, as AV, R, txt., a snare): I Co 7:35.†

English (Strong)

of uncertain derivation; a noose: snare.

English (Thayer)

βροχου, ὁ, a noose, slip-knot, by which any person or thing is caught, or fastened, or suspended (from Homer down): βρόχον ἐπιβάλλειν τίνι to throw a noose upon one, a figurative expression borrowed from war (or the chase) (so βρόχος περιβάλλειν τίνι, Philo, vit. Moys. iii. § 34; Josephus, b. j. 7,7, 4), i. e. by craft or by force to bind one to some necessity, to constrain him to obey some command, 1 Corinthians 7:35.

Greek Monolingual

ο (AM βρόχος)
1. θηλιά που χρησιμοποιείται σαν αγχόνη
2. παγίδα για πουλιά.
[ΕΤΥΜΟΛ. Στην ύπαρξη τ. μόροττον «εκ φλοιού πλέγμα τι, ῳ έτυπτον αλλήλους τοις Δημητρίοις» (Ησύχ.) στηρίζεται η υπόθεση της αναγωγής του βρόχος σε τ. μρόχος (> μβρόχος > βρόχος)
πρβλ. αρχ. σλαβ. mrěža «κορδόνι», σερβ. mreža «κλωστίτσα», λιθ. mάrška «κλωστίτσα» κ.λπ.
ΠΑΡ. βροχίζω, βροχωτός
αρχ.
βρόχιος
(αρχ. -μσν.) βροχίς (Ι)
μσν.- νεοελλ.
βρόχι
νεοελλ.
βροχάδα (II), βροχίδα (II), βροχός.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) βροχόλουρο, βροχοπιάνω. (Β' συνθετικό) δεσμόβροχος, πεδόβροχος, πολύβροχος, υπόβροχος].

Greek Monotonic

βρόχος: ὁ, θηλιά ή δεμένο σε κόμπο σχοινί για απαγχονισμό ή στραγγαλισμό, σε Ομήρ. Οδ., Ηρόδ., Σοφ.· παγίδα για τα πουλιά, σε Αριστοφ.· πλέγμα διχτυών· μεταφ., ληφθέντες ἐν ταὐτῷ βρόχῳ, σε Αισχύλ.

Russian (Dvoretsky)

βρόχος:
1) затяжная петля, веревка для удавления Hom., Her., Aesch., Soph., Dem., Plut.;
2) петля, очко (ἀρκύων Eur., Xen.);
3) силок (ἱστάναι βρόχους Arph.);
4) сеть, тенеты (θηρῶν βρόχοι Eur.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: noose, slip-knot (Od.).
Other forms: βρυγχός βρόχος H.
Derivatives: βροχίς id. (AP)
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]
Etymology: One connects μόροττον ἐκ φλοιοῦ πλέγμα τι, ᾦ ἔτυπτον ἀλλήλους τοῖς Δημητρίοις H., but it is uncertain whether the noose was made of bark (on the word Fur. 341). One has compared Slavic words, e. g. OCS mrěža net, noose, Serb. mrȅža Netz (< PIE *merǝghi̯ā?), further Latv. mer̂ga, mar̂ga balustrade(?), Lith. márška net (*morǝgh-skā?); see Vasmer Russ. et. Wb. 2, 119. - If the gloss on βρυγχός, which has not been earlier observed, is reliable, the prenasalization shows Pre-Greek. - Not to βρέχω, nor to μέρμις.

Middle Liddell


a noose or slip-knot, for hanging or strangling, Od., Hdt., Soph.:— a snare for birds, Ar.:— the mesh of a net; metaph., ληφθέντες ἐν ταὐτῶι βρόχωι Aesch.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

βρόχος -ου, ὁ
1. strop (om iem. mee op te hangen of te wurgen).
2. valstrik (om dieren, m. n. vogels mee te vangen) ; ook overdr.

Frisk Etymology German

βρόχος: {brókhos}
Grammar: m.
Meaning: ‘Schlinge (zum Erhängen), Strick, Band, Masche’ (ion. att. seit Od.).
Derivative: Davon βροχίς Masche (AP, Opp.) und βροχωτός ‘aus β. bestehend’ (Neophr., Aq., Sm.; zur Ableitung aus einem Nomen Chantraine Formation 305, Schwyzer 503).
Etymology : Für eine Grundform *μρόχος spricht μόροττον· ἐκ φλοιοῦ πλέγμα τι, ᾧ ἔτυπτον ἀλλήλους τοῖς Δημητρίοις H. Herangezogen hat man daher einige slavische Wörter, z. B. aksl. mrěža Netz, Schlinge, serb. mrȅža Netz (< idg. *merəghi̯ā), ferner lett. mer̂ga, mar̂ga Geländer, lit. márška Stück Leinwand, kleines Fischernetz (idg. *morəgh-skā?); näheres bei Vasmer Russ. et. Wb. 2, 119 m. Lit. — Wegen des auffallenden a-Vokals unsicher ir. braig Kette, braga Gefangener, Geisel; Erklärungsversuch von Walde Stand und Aufgaben 178. — WP. 2, 272f. nach Lidén Stud. 14 u. a. — Vgl. βρέχω (eig. erwürgen, ersticken?) und μέρμις.
Page 1,272

Chinese

原文音譯:brÒcoj 不羅何士
詞類次數:名詞(1)
原文字根:羅網
字義溯源:羅網^,圈套,牢籠,抑制;這字原意是活結,活圈套;打獵的人用來捕捉野獸。保羅用這字的隱喻來對哥林多信徒說,他不是要牢籠他們( 林前7:35)
出現次數:總共(1);林前(1)
譯字彙編
1) 牢籠(1) 林前7:35