Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ιδεοληψία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η
ιατρ. ιδέα, παράσταση ή αίσθημα που εμφανίζεται στη συνείδηση ενός ανθρώπου, παρά τη θέλησή του, ως παρασιτικό στοιχείο και από το οποίο ο πάσχων προσπαθεί να απαλλαγεί χωρίς συχνά να το κατορθώνει, έμμονη ιδέα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. γαλλ. obsession. Η λ. μαρτυρείται από το 1897 στην εφημερίδα Άστυ από τον Άγγ. Βλάχο].