Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταγγελία

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: καταγγελία Medium diacritics: καταγγελία Low diacritics: καταγγελία Capitals: ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Transliteration A: katangelía Transliteration B: katangelia Transliteration C: kataggelia Beta Code: kataggeli/a

English (LSJ)

ἡ,

   A proclamation, πολέμου Luc.Par.42; esp. of games or festivals, ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν ἀγῶνα Plu.Rom. 14; τὴν κ. ἐποιήσαντο πρεπόντως OGI319.13 (Magn. Mae., ii B.C.), cf. CIG3656.6 (Cyzicus, ii B.C.); τὰν κ. ἀποδέχεται ib.12.    II denunciation, J.AJ10.7.4 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1341] ἡ, Verkündigung, Ankündigung; θέαν ἐκ καταγγελίας ἐπετέλει πανηγυρικήν Plut. Rom. 14; πολέμου Luc. Parasit. 42; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

καταγγελία: ἡ, προκήρυξις, πολέμου Λουκ. Παράσ. 42· ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν ἀγῶνα Πλουτ. Ρωμ. 14· κατ. ποιεῖσθαι, ἀπόφασιν, ψήφισμα, Συλλ. Ἐπιγρ. 3656. ΙΙ. καταγγελία, κατηγορία, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 10. 7, 4.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
annonce, déclaration.
Étymologie: καταγγέλλω.

Greek Monolingual

η (AM καταγγελία) καταγγέλλω
κατηγορία
νεοελλ.
1. ειδοποίηση για παράνομη ενέργεια η οποία απευθύνεται σε αρμόδια αρχή
2. φρ. «καταγγελία συνθήκης» ή «καταγγελία σύμβασης» — ειδοποίηση του ενός από τους συμβαλλομένους προς τον άλλο ότι επιθυμεί τη λήξη ή τη διακοπή της συνθήκης ή της σύμβασης
μσν.-αρχ.
η αναγγελία, η γνωστοποίηση («τῇ καταγγελίᾳ τοῦ Φιλίππου πολέμου τὴν πόλιν προὔδοσαν», Λουκιαν.)
αρχ.
απόφαση, ψήφισμα.

Greek Monotonic

καταγγελία: ἡ, διακήρυξη, προκήρυξη, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

καταγγελία: ἡ объявление (πολέμου Luc.): ἐκ καταγγελίας Plut. согласно объявлению или на основании предписания.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καταγγελία -ας, ἡ [καταγγέλλω] aankondiging:. ἀγῶνα... ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν bij proclamatie een wedstrijd houden Plut. Rom. 14.5; κ. πολέμου oorlogsverklaring Luc. 33.42.

Middle Liddell

καταγγελία, ἡ,
proclamation, Luc. [from καταγγέλλω