Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

καταγγελία

Τὸ νικᾶν αὐτὸν αὑτὸν πασῶν νικῶν πρώτη τε καὶ ἀρίστη. Τὸ δὲ ἡττᾶσθαι αὐτὸν ὑφ' ἑαυτοῦ πάντων αἴσχιστόν τε ἅμα καὶ κάκιστον. → Τo conquer yourself is the first and best victory of all, while to be conquered by yourself is of all the most shameful as well as evil
Plato, Laws, 626e
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: καταγγελία Medium diacritics: καταγγελία Low diacritics: καταγγελία Capitals: ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ
Transliteration A: katangelía Transliteration B: katangelia Transliteration C: kataggelia Beta Code: kataggeli/a

English (LSJ)

ἡ, A proclamation, πολέμου Luc.Par.42; especially of games or festivals, ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν ἀγῶνα Plu.Rom. 14; τὴν κ. ἐποιήσαντο πρεπόντως OGI319.13 (Magn. Mae., ii B.C.), cf. CIG3656.6 (Cyzicus, ii B.C.); τὰν κ. ἀποδέχεται ib.12. II denunciation, J.AJ10.7.4 (pl.).

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1341] ἡ, Verkündigung, Ankündigung; θέαν ἐκ καταγγελίας ἐπετέλει πανηγυρικήν Plut. Rom. 14; πολέμου Luc. Parasit. 42; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

καταγγελία: ἡ, προκήρυξις, πολέμου Λουκ. Παράσ. 42· ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν ἀγῶνα Πλουτ. Ρωμ. 14· κατ. ποιεῖσθαι, ἀπόφασιν, ψήφισμα, Συλλ. Ἐπιγρ. 3656. ΙΙ. καταγγελία, κατηγορία, Ἰωσήπ. Ἰουδ. Ἀρχ. 10. 7, 4.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
annonce, déclaration.
Étymologie: καταγγέλλω.

Greek Monolingual

η (AM καταγγελία) καταγγέλλω
κατηγορία
νεοελλ.
1. ειδοποίηση για παράνομη ενέργεια η οποία απευθύνεται σε αρμόδια αρχή
2. φρ. «καταγγελία συνθήκης» ή «καταγγελία σύμβασης» — ειδοποίηση του ενός από τους συμβαλλομένους προς τον άλλο ότι επιθυμεί τη λήξη ή τη διακοπή της συνθήκης ή της σύμβασης
μσν.-αρχ.
η αναγγελία, η γνωστοποίηση («τῇ καταγγελίᾳ τοῦ Φιλίππου πολέμου τὴν πόλιν προὔδοσαν», Λουκιαν.)
αρχ.
απόφαση, ψήφισμα.

Greek Monotonic

καταγγελία: ἡ, διακήρυξη, προκήρυξη, σε Λουκ.

Russian (Dvoretsky)

καταγγελία: ἡ объявление (πολέμου Luc.): ἐκ καταγγελίας Plut. согласно объявлению или на основании предписания.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

καταγγελία -ας, ἡ [καταγγέλλω] aankondiging:. ἀγῶνα... ἐκ καταγγελίας ἐπιτελεῖν bij proclamatie een wedstrijd houden Plut. Rom. 14.5; κ. πολέμου oorlogsverklaring Luc. 33.42.

Middle Liddell

καταγγελία, ἡ,
proclamation, Luc. [from καταγγέλλω