Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

διακοπή

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: διακοπή Medium diacritics: διακοπή Low diacritics: διακοπή Capitals: ΔΙΑΚΟΠΗ
Transliteration A: diakopḗ Transliteration B: diakopē Transliteration C: diakopi Beta Code: diakoph/

English (LSJ)

ἡ,

   A gash, cleft, as in the skull, Hp.VC7, Gal.7.38; deepseated wound, Id.18(1).27; διακοπαὶ σωμάτων Plu.Mar.19; severance of a musical string, Theo Sm.p.71 H.    b rupture of a blood-vessel, Gal.19.457.    II cutting or canal through an isthmus or mountain, Str.1.3.18 (pl.); through a wall or dam, BGU1188.8 (i B.C.); narrow channel or passage, LXXJb.28.4, al., cf. J.AJ7.4.2.    III divorce, Sm.De.24.3(1).    IV metaph., breach, rupture, quarrel, LXXJd.21.15: pl., δ. φίλων Vett.Val.3.2.    V refutation, λόγων Phld.Rh.1.11 S., al.    VI intermission, Herod.Med. ap. Orib. 6.20.19.    VII Gramm., tmesis, Charis.p.275 K.

German (Pape)

[Seite 583] ἡ, das Zerschneiden, die Trennung, bes. = tiefe Wunde; Medic.; καὶ τραύματα Plut. Mar. 19; Brut. 20.

Greek (Liddell-Scott)

διακοπή: ἡ, διατομή, διαχωρισμός, βαθὺ τραῦμα, Ἱππ. Κεφ. Τρωμ. 900, Πλούτ. Μαρ. 19, κτλ. 2) στενὴ δίοδος, Ἑβδ. (Ἰώβ κδ΄, 4, κλπ.). διῶρυξ, Πολύβ. 10. 10, 3, Στράβων 59.

French (Bailly abrégé)

ῆς (ἡ) :
1 coupure ou blessure profonde;
2 passage étroit, canal, isthme.
Étymologie: διακόπτω.

Spanish (DGE)

-ῆς, ἡ
I gener. medic.
1 corte, fisura ἐν τῷ ὀστέῳ Hp.VC 7, ὀστέου Hp.Aph.7.24, cf. Prorrh.1.121, VC 9, Gal.7.38
incisión, herida θάνατον ἕπεσθαι ταῖς τῶν εἰρημένων μορίων διακοπαῖς Gal.18(1).27, τῶν νεύρων τε καὶ μυῶν Gal.13.890, cf. Archig. en Gal.8.90, Aret.SD 1.7.8, Dsc.2.67, Porph.ad Il.214.10, Aët.1.293, 15.14 (p.66), τραύματα καὶ διακοπὰς σωμάτων ὑπομένουσαι Plu.Mar.19, cf. Brut.20.
2 corte completo, sección, rotura de un vaso sanguíneo, Gal.19.457, de tendones, medic. en PMich.758A.ue.9, de una cuerda musical, Theo Sm.71
ref. pers. quebranto, destrucción δ. καὶ συντριβὴ ἀνίατος LXX Pr.6.15.
II nat. y por obra del hombre
1 tajo, garganta, barranco por el que pasa un río, Str.12.2.4, como n. de accidentes geog. ἦλθεν Δαυιδ ἐκ τῶν ἐπάνω διακοπῶν LXX 2Re.5.20, ὁ δὲ τόπος ... Ὀζᾶ δ. καλεῖται I.AI 7.82, ἐν τῷ ὄρει διακοπῶν ἀναστήσεται κύριος Sm., Thd.Is.28.21, cf. Aq.ib.
desembocadura de un río, LXX Id.5.17.
2 canalización, canal que comunica un lago con el mar, Plb.10.10.13, hecho a través de un istmo, Str.1.3.18, δ. τῶν ὀρῶν para traída de aguas TAM 3(1).16.5 (Termeso II d.C.), cf. ICil.105.2 (Anazarbo VI d.C.)
en sistemas de irrigación ruptura, brecha, apertura voluntaria de los diques τῶν χωμάτων POxy.1911.141, 3804.189 (ambos VI d.C.), τῶν ὑδάτων POxy.1911.194 (VI d.C.).
3 cortadura de una mina, galería LXX Ib.28.4
brecha en un muro, I.AI 9.201, Phot.s.u. θυραίαν.
III gram. y ret.
1 corte, interrupción por introducción de un elemento ajeno, en un sintagma, Herm.Id.1.9 (p.266), en el desarrollo de la exposición, Aps.p.282, entre unas palabras y otras αἱ γὰρ διακοπαὶ πρόσφοροι τοῖς πάθεσι Sch.A.Eu.144
tmesis Charis.275.10, Diom.460.25, Sch.Er.Il.5.161, Eust.1001.26.
2 ret. refutación ἡ δ. τῶν κατὰ μέρος λόγων Phld.Rh.1.21, cf. 7, 2.155Aur.
3 discrepancia, desacuerdo ἡ δοκοῦσα δὲ δ. τῶν εἰς Ἰεροσόλυμα ἀνόδων τοῦ Ἰησοῦ ref. a la diferencia entre las versiones ofrecidas por los distintos evangelios, Origenes Io.10.31.
IV fig.
1 ruptura, desavenencia ἐποίησεν κύριος διακοπὴν ἐν ταῖς φυλαῖς Ισραηλ LXX Id.21.15, δ. φίλων disputa entre amigos Vett.Val.3.3
separación τὴν ἀπὸ Θεοῦ διακοπήν Basil.M.30.269A
divorcio Sm.De.24.3.
2 interrupción οἱ τύποι (τῶν νούσων) ... διακοπὰς λαμβάνουσιν Herod.Med. en Orib.6.20.19, ἔσχε μὲν οὖν διακοπήν τινα καὶ ῥῆξιν ὁ χρόνος διὰ τὰς κοινὰς συμφοράς Eun.VS 455, cf. Phlp.in APo.396.17, c. gen. de abstr. δ. τῆς τοῦ κακοῦ συνεχείας Gr.Nyss.Or.Catech.89.8, δ. τοῦ εἱρμοῦ τῆς γραφῆς Origenes Io.6.2, cf. Cyr.Al.M.70.449A, Simp.in Ph.1312.18.
V mitad, tajo, trozo resultante de cortar algo en dos τὰς διακοπὰς ἐπ' ἄκραις ταῖς λόγχαις ἔφερεν D.S.33.14.

Greek Monolingual

η (AM διακοπή) διακόπτω
το να διακόπτεται κάτι
νεοελλ.
1. παύση, προσωρινή ή οριστική, αναστολή, σταμάτημα, λύση της συνέχειας
2. αντιλογία, ερώτηση σε ομιλητή η οποία τον υποχρεώνει να σταματήσει
3. στον πληθ. οι διακοπές
α) χρονικό διάστημα κατά το οποίο τα σχολεία, τα δικαστήρια, η Βουλή, οι επιχειρήσεις και άλλα ιδρύματα διακόπτουν τις εργασίες τους
β) χρονικό διάστημα κατά το οποίο οι εργαζόμενοι στα διάφορα ιδρύματα και στις επιχειρήσεις παίρνουν την ετήσια άδεια ανάπαυσης τους
αρχ.
1. διατομή
2. διάρρηξη αιμοφόρου αγγείου
3. βαθύ τραύμα
4. επιμήκης θλάση οστού και κυρίως κρανιακού
5. στενή διάβαση ισθμού ή βουνού
6. στενή δίοδος τείχους ή προχώματος
7. διαζύγιο
8. γραμμ. τμήση
9. ιατρ. διάλειψη
10. φιλονικία.

Greek Monotonic

διακοπή: ἡ, εντομή, κόψιμο, βαθύ τραύμα, μαχαιριά, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

διακοπή:
1) глубокий порез, рубец (διακοπαὶ καὶ τραύματα Plut.);
2) канал, канава (κατὰ τὴν διακοπὴν γέφυραν κατασκευάζειν Polyb.);
3) отсечение (διακοπὰς ἐπ᾽ ἄκραις ταῖς λογχαῖς φέρειν Diod.).

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

διακοπή -ῆς, ἡ [διακόπτω] gapende wond.

Middle Liddell

διακοπή, ἡ,
a gash, cleft, Plut.; [from διακόπτω