Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κατανάλωση

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

η (Α κατανάλωσις) καταναλίσκω
δαπάνη, ξόδεμακατανάλωση χρημάτων»)
νεοελλ.
1. η χρησιμοποίηση αγαθών και υπηρεσιών για την ικανοποίηση τών αναγκών τών μελών της κοινωνίας
2. η χρήση ενός αντικειμένου για κάποια ανάγκη ή η εξάντληση του αντικειμένου που επέρχεται από τη χρήση του («η κατανάλωση βενζίνης είναι μεγάλη γιατί ο κινητήρας είναι παλιός»)
3. (για εμπορεύματα) η πώληση («εν τη καταναλώσει το κέρδος»).