Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεγχρίνης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κεγχρίνης Medium diacritics: κεγχρίνης Low diacritics: κεγχρίνης Capitals: ΚΕΓΧΡΙΝΗΣ
Transliteration A: kenchrínēs Transliteration B: kenchrinēs Transliteration C: kegchrinis Beta Code: kegxri/nhs

English (LSJ)

[ῐ], ὁ, is another species in Philum.Ven. 26.1, Nic.Th.463, Lyc.912, Paul.Aeg.5.18.    III in Poll.1.248, κεγχριδίας and κεγχρίας are f.ll. for καχρυδίας.
κεγχρ-ίνης, ὁ,

   A v. κεγχρίας 11.    II a bird, Suid.

German (Pape)

[Seite 1410] ὁ, dasselbe; Nic. Th. 463; Lycophr. 912.

Greek Monolingual

κεγχρίνης, ὁ (Α)
φίδι που έχει στο δέρμα εξογκώματα όμοια με κεχρί.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κέγχρος, -ο + επίθημα -ίνης (πρβλ. ελαφ-ίνης, μοσχ-ίνης)].