Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κεδρίς

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κεδρίς Medium diacritics: κεδρίς Low diacritics: κεδρίς Capitals: ΚΕΔΡΙΣ
Transliteration A: kedrís Transliteration B: kedris Transliteration C: kedris Beta Code: kedri/s

English (LSJ)

ίδος, ἡ, A fruit of κεδρελάτη, Id.Mul.2.192, Nat. Mul.32, Dsc.1.77; also, juniper-berry, Ar.Th.486. II juniper, Juniperus communis, Thphr.HP1.9.4, etc.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1411] ίδος, ἡ, die Frucht der Ceder, auch die Wachholderbeere; Ar. Th. 586; Theophr.

Greek (Liddell-Scott)

κεδρίς: -ίδος, ἡ, ὁ καρπός, ὁ κῶνος κέδρου, κεδρόκοκκον (πρβλ. δαφνίς, ὁ καρπὸς τῆς δάφνης, ἀμυγδαλίς, τῆς ἀμυγδαλῆς, ἀρκευθίς, τῆς ἀρκεύθου), Διοσκ. 1. 105, Ἀριστοφ. Θεσμ. 486· πρβλ. κέδρον.
ΙΙ. θάμνος ὅμοιος κέδρῳ, πιθαν. εἶδος σχοίνου, Θεόφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 1. 9, 4, κτλ.

Greek Monolingual

κεδρίς, ἡ (Α) κέδρος
1. καρπός της κεδρελάτης
2. καρπός του φυτού άρκευθος
3. το φυτό άρκευθος.

Russian (Dvoretsky)

κεδρίς: ίδος ἡ кедровый орех Arph.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κεδρίς -ίδος, ἡ [κέδρος] jeneverbes.