Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

θάμνος

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: θάμνος Medium diacritics: θάμνος Low diacritics: θάμνος Capitals: ΘΑΜΝΟΣ
Transliteration A: thámnos Transliteration B: thamnos Transliteration C: thamnos Beta Code: qa/mnos

English (LSJ)

ὁ, also ἡ D.S.2.49: (cf. θαμέες):—A bush, shrub, καταπτήξας ὑπὸ θάμνῳ Il.22.191; θάμνῳ ὑπ' ἀμφικόμῳ 17.677; θάμνοις ἐν πυκινοῖσι in the thick copse, Od.5.471; θ. δρυός Pi.Pae.4.52; θ. ἐλαίης a bushy olive, Od.23.190, cf. Archil.6.1, A.Ag.1316, E.Ba.722, S.El.55, Ar. Pax1298 (hex.), Pl.R.432b, etc.; θ. τὸ ἀπὸ ῥίζης πολύκλαδον Thphr. HP1.3.1.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1185] ὁ, aber auch θάμνοι βαθεῖαι, D. Sic. 2, 49 (mit θαμινός zusammenhangend), dichtes Buschwerk, Gesträuch, Gebüsch; auch der einzelne Busch, Strauch, von Arist. plant. 1, 4 zwischen δένδρα u. βοτάνη gestellt, was die Zweige aus der Wurzel treibt; Il. 22, 191 Od. 6, 127, wo den θάμνοι nachher πυκινὴ ὕλη entspricht; auch von einem einzelnen Baume, ἐλαίης, 23, 190; Gebüsch, Aesch. Ag. 1289; ὃ καὶ σὺ θάμνοις οἶσθά που κεκρυμμένον Soph. El. 55; θάμνων ἐλλοχίζομεν φόβαις Eur. Bacch. 721; auch in Prosa, Plat. Rep. IV, 432 b; Arist.

Greek (Liddell-Scott)

θάμνος: ὁ, καὶ ἡ, Διόδ. 2. 49· (θαμινός)· - φυτὸν μικρόν, «χαμόκλαδον», Λατ. arbustum (μεταξὺ δένδρου καὶ βοτάνης, Ἀριστ. π. Φυτ. 1. 4, 7)· καταπτήξας ὑπὸ θάμνῳ Ἰλ. Χ. 191· θάμνῳ ὑπ’ ἀμφικόμῳ Ρ. 677· θάμνοις ἐν πυκινοῖσι, ἐντὸς τῶν πυκνῶν θάμνων, Ὀδ. Ε. 471 (πρβλ. 476.), Ζ. 127· θ. ἐλαίης, κλάδος, βλάστημα, Ψ. 190· καὶ Αἰσχύλ. Ἀγ. 1316, Σοφ. Ἠλ. 55, Ἀριστοφ. Εἰρ. 1298, Πλάτ. κτλ.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
1 buisson, taillis;
2 tronc d’arbre;
3 arbrisseau, arbuste.
Étymologie: θαμά.

English (Autenrieth)

thicket, bush; of the leaves and branches of an olive-tree, Od. 23.190.

English (Slater)

θάμνος ?
   1 bush θα[μν (supp. Blass) (Pae. 4.52)

Greek Monolingual

ο (AM θάμνος, Α και θάμνος, ή)
(θοτ.) ξυλώδες φυτό με ύψος το πολύ ώς τρία μέτρα, χωρίς κεντρικό κορμό και με βλαστό ο οποίος χαρακτηρίζεται από έντονη διακλάδωση που αρχίζει συνήθως από το επίπεδο του εδάφους
αρχ.
βλαστάριθάμνος ἐλαίης», Ομ. Οδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. θάμνος συνδέεται με τα θαμινός, θαμά (πρβλ. πυκνός - πυκινός -πύκα), παρά τη διαφορά στη σημασία τους. Υποστηρίχθηκε εξάλλου ότι ο τ. θάμνος προήλθε από αμάρτ. θαμυ-νός, το οποίο υπήρχε παράλληλα προς το επίθ. θαμύς (βλ. θαμέες). Από το θαμυνός, που αργότερα ουσιαστικοποιήθηκε και αναβίβασε τον τόνο, προήλθε με συγκοπή το θάμνος.
ΠΑΡ. θαμνώδης.
ΣΥΝΘ. θαμνοειδής
αρχ.
θαμνοφάγος
μσν.- νεοελλ.
θαμνών(ας)
νεοελλ.
θαμνόβιος, θαμνοσκεπής, θαμνόφυτος].

Greek Monotonic

θάμνος: ὁ (θαμινός), θάμνος, χαμόδενδρο, Λατ. arbustum, σε Όμηρ.· στον πληθ., άλσος, σύδενδρο, λόχμη, στον ίδ., Αττ.

Russian (Dvoretsky)

θάμνος: ὁ, редко ἡ
1) куст, кустарник (ὑπὸ θάμνῳ κατακεῖσθαι Hom.; φυτὰ μέσον δένδρων καὶ βοτανῶν σμικρῶν, τὰ λεγόμενα θάμνοι Arst.);
2) деревцо (ἐλαίης Hom.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: m.
Meaning: bush, shrub (Il.).
Other forms: (also f., after the tree names)
Derivatives: Dmin. θαμνίσκος m. (Dsc.), θαμνῖτις shrub-like (Nic. Th. 883; Redard Les noms grecs en -της 71), θαμνώδης id. (Thphr.), θαμνάς = ῥίζα (EM). - Beside it θάμνη () f. wine from pressed grapes (?) (Herod. 6, 90, Gp.). θάμνος beside θαμινός and θαμά as πυκνός beside πυκινός and πύκα; the barytonesis is caused by the substantivizing (cf. Schulze Kl. Schr. 124 n. 1).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: For the meaning cf. the explanation in H.: θάμνοι δασέα καὶ πυκνὰ δένδρα. - Not with Alessio Studi etr. 18, 414 to Lat. tamnus s. W.-Hofmann s. v. - The word, in -αμν(ος), looks Pre-Greek; its meaning makes this quite possible.

Middle Liddell

θάμνος, ὁ, θαμινός
a bush, shrub, Lat. arbustum, Hom.; in pl. a copse, thicket, Hom., attic

Frisk Etymology German

θάμνος: {thámnos}
Forms: (auch f., nach den Baumnamen)
Grammar: m.
Meaning: Dickicht, Gebüsch, Strauch (seit Il.).
Derivative: Davon das Demin. θαμνίσκος m. (Dsk. u. a.), θαμνῖτις strauchig (Nik. Th. 883; Redard Les noms grecs en -της 71), θαμνώδης strauchähnlich (Thphr.), θαμνάς = ῥίζα (EM). — Daneben θάμνη (-α) f. ‘Wein aus gepreßten Trauben (?)’ (Herod. 6, 90, Gp.). θάμνος steht neben θαμινός und θαμά wie πυκνός neben πυκινός und πύκα; die Barytonese ist durch die Substantivierung verursacht (vgl. Schulze Kl. Schr. 124 A. 1).
Etymology : Wegen der Bedeutung vgl. die Erklärung bei H.: θάμνοι· δασέα καὶ πυκνὰ δένδρα. Weiteres s. θαμά. — Nicht mit Alessio Studi etr. 18, 414 zu lat. tamnus der Stock einer an Hecken vorkommenden Pflanze, s. W.-Hofmann s. v.
Page 1,652

English (Woodhouse)

θάμνος = bramble, bush, thorn

⇢ Look up "θάμνος" on Google | Wiktionary | LSJ full text search (Translation based on the reversal of Woodhouse's English to Ancient Greek dictionary)