κλήτωρ
Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet → May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well.
English (LSJ)
A = κλητήρ, SIG344.43 (Teos, iv B.C.), PPetr.3p.48 (iii B.C.), PHal.1.223 (iii B.C.), Hdn. Gr.2.937, Hsch.; found in many codd. of Docum ap.D.18.55, 21.87, 47.27, Plu.2.128f, etc.
2 one who invites, host, Timae.88a.
3 one who invokes the gods, Procl.in Cra.p.100 P., in R.2.246 K.
German (Pape)
[Seite 1452] ορος, ὁ, = κλητήρ; Dem. 34, 15, wo aber 2 codd. κλητήρων haben; Plut. de san. tu. p. 388.
French (Bailly abrégé)
ορος (ὁ) :
1 héraut, appariteur;
2 témoin d'une assignation.
Étymologie: καλέω ; cf. κλητήρ.
Dutch (Woordenboekgrieks.nl)
κλήτωρ -ορος, ὁ [καλέω] jur. getuige.
Russian (Dvoretsky)
κλήτωρ: ορος ὁ = κλητήρ 1 (Plut.) и 2 (Dem.).
Greek Monolingual
κλήτωρ, -ορος, ὁ (Α)
1. κλητήρ
2. αυτός που παρέχει δείπνο, εστιάτορας
3. αυτός που επικαλείται τους θεούς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παρλλ. τ. του κλητήρ, εμφανίζει επίθημα -τωρ (πρβλ. φρά-τωρ / φρα-τήρ)].
Greek Monotonic
κλήτωρ: -ορος, ὁ = κλητήρ, σε Δημ.
Greek (Liddell-Scott)
κλήτωρ: κλητήρ, Ἡρῳδιαν. π. μον. λέξ. 32. 14, Ἡσύχ.· εὕρηται δὲ καὶ ἐν Ἀντιγρ. τοῦ Δημ. 244. 3., 542. 10., 1147. 6, Πλούτ. 2. 128F, κτλ., ἐν πλαγίαις πτώσεσι, κλήτορος, κλήτορι, κτλ.