Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κλιντήρ

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κλιντήρ Medium diacritics: κλιντήρ Low diacritics: κλιντήρ Capitals: ΚΛΙΝΤΗΡ
Transliteration A: klintḗr Transliteration B: klintēr Transliteration C: klintir Beta Code: klinth/r

English (LSJ)

ῆρος, ὁ, κλίνω)

   A couch, Od.18.190, Theoc.2.86, 113, 24.43, Call.Iamb.1.112 (sic Pap., not κλωστῆρας), Tryph.441, Luc.Symp.8, 44; νεκροδόκος κ. bier, AP7.634 (Antiphil.), cf.Epigr.Gr.450.5 (Batanaea).

German (Pape)

[Seite 1454] ῆρος, ὁ, Lehnstuhl oder Ruhebett; Od. 18, 189 εὗδε δ' ἀνακλινθεῖσα' λύθεν δέ οἱ ἅψεα πάντα αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι; Sp., wie Theocr. 2, 86; Luc. Conv. 44; B. A. 272, 19. – Auch νεκροδόκος, die Bahre, Antiphil. 35 (VII, 634).

Greek (Liddell-Scott)

κλιντήρ: ῆρος, ὁ, (κλίνω), ἀνάκλιντρον, Ὀδ. Σ. 190. Θεόκρ. 2. 86, 113., 24. 43· νεκροδόκος κλ., φέρετρον νεκρικόν, Ἀνθ. Π. 7. 634, πρβλ. Ἑλλ. Ἐπιγ. 450. 5.

French (Bailly abrégé)

ῆρος (ὁ) :
lit de repos, chaise longue.
Étymologie: κλίνω.

English (Autenrieth)

ῆρος: couch, sofa. (See cut.)

Greek Monolingual

ο (AM κλιντήρ, -ῆρος)
το ανάκλιντρο τών αρχαίων («ὧδε δ' ἀνακλινθεῑσα, λύθεν δὲ οἰ ἅψεα πάντα, αὐτοῦ ἐνὶ κλιντῆρι», Ομ. Οδ.)
νεοελλ.
είδος χαμηλού ευρύχωρου καθίσματος με ερεισίνωτο και βραχίονες, πολυθρόνα («ερρίφθη επί μαλακού κλιντήρος καγχάζων», Π. Καλλιγ.)
αρχ.
φρ. «νεκροδόκος κλιντήρ» — φέρετρο.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κλίνω + κατάλ. -τήρ / -τῆρος (πρβλ. ζωσ-τήρ, κλιμακ-τήρ)].

Greek Monotonic

κλιντήρ: -ῆρος, ὁ (κλίνω), καναπές, ανάκλιντρο, ξαπλώστα, ντιβάνι, σε Ομήρ. Οδ., Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

κλιντήρ: ῆρος ὁ ложе Hom., Theocr.: νεκροδόκος κ. Anth. ложе смерти, смертный одр.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κλιντήρ -ῆρος, ὁ [κλίνω] divan; leunstoel.

Middle Liddell

κλιντήρ, ῆρος, κλίνω
a couch, sofa, Od., Theocr.