Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λέχος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: λέχος Medium diacritics: λέχος Low diacritics: λέχος Capitals: ΛΕΧΟΣ
Transliteration A: léchos Transliteration B: lechos Transliteration C: lechos Beta Code: le/xos

English (LSJ)

εος, τό, poet. Noun,

   A couch, bed, Il.1.609, al.: in Hom. freq. in pl., bedstead, Il.3.448, al.    2 bier, usu. in pl., 24.589, 702, IG Rom.4.507a25 (Pergam.), etc.    3 marriage-bed: and generally, marriage, ἐμὸν λ. ἀντιόωσαν Il.1.31; ὁμὸν λ. εἰσαναβαίνοι 8.291; λ. δ' ᾔ σχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος Od.8.269, cf. 3.403; ἑτέρῳ λέχεϊ, i.e. in adultery, Pi.P.11.24; ἰὼ λ. καὶ στίβοι φιλάνορες A.Ag.411 (lyr.); τὸ σὸν λ. ξυνῆλθον S.Aj.491; λ. Ἡρακλεῖ… ξυστᾶσα Id.Tr.27; κρύφιον ὡς ἔχοι λέχος ib.360; λέχους γὰρ… ἁγνὸν δέμας (sc. ἐστί) E. Hipp.1003: freq. in pl., ἐκ λεχέων Pi.P.9.37; λεχέων Διὸς εὐνάτειρα A.Pr.895 (lyr.); τὰ νυμφικὰ λ. S.OT1243: ἱέμενοι λεχέων Id.Tr.514 (lyr.); γῆμαι μείζω λέχη make a great marriage, E.El.936; λ. τἀλλότρια ib.1089; μικρὰ μεγάλων ἀμείνω… λέχη ib.1099: hence for the concrete, λ. νεώτερον younger spouse, Sapph.75; σὰ λέχεα thy spouse, E.El.481 (lyr.); ὤλεσας κεδνὸν λ. Id.Hipp.835: used by Com. in poet. or mock Trag. passages, λ. γαμήλιον Ar.Av.1758; κουρίδιον λ. Id.Pax844; παιδὶ συμμεῖξαι λ. Id.Th.891.    4 a bird's nest, A. Ag.50 (anap.), S.Ant.425.

German (Pape)

[Seite 36] τό, Lager, Bett, Bettstelle, bes. im plur., ἐν θαλάμῳ καὶ δινωτοῖς λεχέεσσιν, Il. 3, 391, παρὰ τρητοῖς λεχέεσσι, Od. 1, 440; λέχος πόρσυνε καὶ εὐνήν, 3, 403 u. oft, Ehebett, ἐμὸν λέχος ἀντιόωσαν, Il. 1, 31, ἥ κέν τοι ὁμὸν λέχος εἰσαναβαίνοι 8, 291, wie Hes. Th. 939 u. A.; λέχος δ' ᾔσχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος Od. 8, 269, vgl. 7, 347. So auch Pind. ἑτέρῳ λέχεϊ δαμαζομένα, P. 11, 24, ἤλυθεν ἐς λέχος, 3, 99. Auch bei den Tragg. oft von der Ehe u. dem Beischlaf, λεχέων Διὸς εὐνάτειραν, Aesch. Prom. 897; λέχος Ἡρακλεῖ κριτὸν ξυστᾶσα, Soph. Tr. 27; ἐπὶ τὸ σὸν λέχος ξυνῆλθον, Ai. 486; ὦ λέχη καὶ νυμφεῖ' ἐμά Tr. 916; oft auch bei Eur.; vgl. noch Ar. Pax 844 Thesm. 891. – Vom Neste der Vögel gebraucht es Aesch. Ag. 50, wie Soph. Ant. 421. – In Stellen, wie Eur. El. 477, ἄνακτα ἔκανες, Τυνδαρί, σὰ λέχεα, steht es geradezu für »Gatte«, vgl. Mel. 790. 980. – Auch das Todtenbett, auf welchem die Leiche zur Schau gestellt u. dann verbrannt wurde, λεχέων ἐπέθηκε, Il. 24, 589, κείμενον ἐν λεχέεσσιν, 702, vgl. 18, 233. 236. 21, 124, öfter.

Greek (Liddell-Scott)

λέχος: -εος, τό, (√ΛΕΧ, λέγω Α) ποιητ. ὄνομα, ἀνάκλιντρον, κλίνη, στρωμνή, Ὅμ. κτλ.· συχν. ἐν τῷ πληθ. κυρίως πρὸς δήλωσιν τοῦ σκελετοῦ τῆς κλίνης ἐφ’ ἧς τίθεται ἡ στρωμνή, ἴδε ἐν λέξ. δινωτός, τρητός· πρβλ. εὐνή. 2) εἶδος νεκρικῆς κλίνης ἐφ’ ἧς κατετίθετο ὁ νεκρός, Ἰλ. Ω. 589, 702, κτλ. 3) ἡ γαμήλιος εὐνή, ἡ τοῦ ἔρωτος καὶ καθόλου ἡ συζυγικὴ κλίνη, ἐμὸν λ. ἀντιόωσαν Λ. 31· ἐμὸν λέχος εἰσαναβαίνοι Θ. 291· λέχος δ’ ἤσχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος Ὀδ. Θ. 269, πρβλ. Γ. 403· ἑτέρῳ λέχεϊ, δηλ. ἐν μοιχείᾳ, Πινδ. Π. 11. 39, πρβλ. Αἰσχύλ. Ἀγ. 411· τὸ σὸν λ. ξυνῆλθον Σοφ. Αἴ. 491· λέχος Ἡρακλεῖ... ξυστᾶσα ὁ αὐτ. ἐν Τρ. 27· κρύφιον ὡς ἔχοι λέχος αὐτόθι 360· λέχους γάρ... ἁγνὸν δέμας (δηλ. ἐστί) Ἱππ. 1003, πρβλ. 835· - οὕτως ἐν τῷ πληθ., ἐκ λεχέων Πινδ. Π. 9. 64· λεχέων Διὸς εὐνάτειρα Αἰσχύλ. Πρ. 895· τὰ νυμφικὰ λ. Σοφ. Ο. Τ. 1243, πρβλ. Τρ. 514· ἐπίσημα γὰρ γήμαντι καὶ μείζω λέχη, ὅταν ἔλθῃ εἰς γάμον μετὰ γυναικὸς ἀνωτέρας ἑαυτοῦ κατὰ τὸ γένος ἢ τὸν πλοῦτον, Εὐρ. Ἠλ. 936· λ. ἀλλότρια αὐτόθι 1089· μικρὰ μεγάλων ἀμείνω... λέχη αὐτόθι 1099· - ὡσαύτως ἀντὶ τοῦ συγκεκριμένου, σὰ λέχεα, ἡ σύζυγός σου, αὐτόθι 481 (λυρ.)· ἐν χρήσει παρὰ κωμ. ἐν ποιητικοῖς ἢ παρῳδουμένοις τραγ. χωρίοις, λ. γαμήλιον Ἀριστοφ. Ὄρ. 1758· κουρίδιον λ. ὁ αὐτ. ἐν Εἰρ. 844· λ. συμμῑξαὶ τινι ὁ αὐτ. ἐν Θεσμ. 841. 4) πτηνοῦ φωλέα, Αἰσχύλ. Ἀγ. 51, Σοφ. Ἀντ. 425. - Πρβλ. λέκτρον. - Καθ’ Ἡσύχ.: «λέχος· κοίτη, κλίνη· γάμος, μῖξις, συνουσία· γυνή».

French (Bailly abrégé)

ion. -εος, att. -ους (τό) :
I. lit, couche :
1 en gén.
2 lit nuptial ; p. ext. époux, épouse ; κρύφιον λέχος SOPH union litt. couche clandestine;
3 lit funéraire;
4 p. ext. tombeau;
II. nid d’oiseau.
Étymologie: R. Λεχ, v. λέγω¹.

English (Autenrieth)

εος (root λεχ, λέγω): bed, bedstead, also pl. in both senses; typical in connubial relations, λέχος ἀντιᾶν, πορσύνειν, Α 31, Od. 3.403; funeralcouch, bier, Od. 24.44, Od. 23.165 ; λέχοσδε, to the bed, Il. 3.447.

English (Slater)

λέχος (-ει, -εϊ, -ος; -εα, -έων, -εσιν.)
   1 bed ποι]κίλω[ν ἐ]κ λεχέω[ν (supp. Lobel) fr. 169. 36. as euphemism for sexual intercourse, ἤλυθεν ἐς λέχος ἱμερτὸν Θυώνᾳ (P. 3.99) “εὑρήσει γυναικῶν ἐν λέχεσιν γένος” (P. 4.51) Ναὶς εὐφρανθεῖσα Πηνειοῦ λέχει Κρέοισ' ἔτικτεν (P. 9.16) “ἐκ λεχέων κεῖραι μελιαδέα ποίαν” (P. 9.37) ἢ ἑτέρῳ λέχεϊ δαμαζομέναν ἔννυχοι πάραγονκοῖται; (P. 11.24) λυγρόν τ' ἔρανον Πολυδέκτᾳ θῆκε ματρός τ ἔμπεδον δουλοσύναν τό τ ἀναγκαῖον λέχος i. e. concubinage (P. 12.15), cf., ]αν λέχεά τ' ἀναγκαῖα δολ[ (of Danae and Polydektes) Δ. . 1. βροτέων δὲ λεχέων τυχοῖσα υἱὸν εἰσιδέτω θανόντ' ἐν πολέμῳ (γάμων. Σ.) (I. 8.36) λεχέων ἐπ' ἀμβρότων (Pae. 6.140) of childbed, γυναῖκας, ὅσαι τύχον Ἀλκμήνας ἀρήγοισαι λέχει (N. 1.49) cf. ἄπεπλος ἐκ λεχέων νεοτόκων[ ]νόρουσε (sc. Ἀλκμήνα) Πα. 2. 1. λτ;λέχος> (supp. Snell e Σ, λέχος ἐπὶ τὴν λοχείαν) Πα. 7B. 33. met., λέχει πέλας ἀμβροσίῳ Μελίας (τῷ Ἰσμηνίῳ λέγει Σ.) Πα. . 3. ἐκ λεχέων ἀνάγει φάμαν παλαιὰν εὐκλέων ἔργων i. e. from its bed of slumber (I. 4.22)

Greek Monolingual

λέχος, τὸ (Α)
1. ανάκλιντρο, κλίνη, κρεβάτιΖεὺς δὲ πρὸς ὃν λέχος ἤι», Ομ. Ιλ.)
2. συζυγική κλίνη και, κατ' επέκταση, ο γάμος (α. «λέχος δ' ᾔσχυνε», Ομ. Οδ.
β. «ἰὼ λέχος καὶ στίβοι φιλάνορες», Αισχύλ)
3. η σύζυγοςλέχος γαμήλιον», Αριστοφ.)
4. φωλιά πτηνού («εὐνῆς νεοσσῶν ὀρφανὸν βλέψη λέχος», Σοφ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λέχομαι. Το θέμα λέχεσ- της λ. λέχος απαντά στη Μυκηναϊκή: re-ke-to-ro-te-ri-jo = λεχεστρωτήριον (πρβλ. λατ. lectisternium «στρώσιμο ιερών κλινών τών θεών»).
ΠΑΡ. λεχώνα(-ώ)
αρχ.
λεχαίος, λεχήρης, λέχοσδε.
ΣΥΝΘ. (Α' συνθετικό) αρχ. λεχεποίης. (Β' συνθετικό) αρχ. αγχιλεχής, αινολεχής, απειρολελεχής, βιαιολεχής, γηλεχής, δεινολεχής, δυσλεχής, ευλεχής, θερειλεχής, ιππολεχής, ισολεχής, κοινολεχής, μονολεχής, ομολεχής, ορειλεχής, πρωτολεχής, χαμαιλεχής.

Greek Monotonic

λέχος: -εος, τό (λέγω Α)·
1. ντιβάνι, κρεβάτι, στρώμα, σε Όμηρ., κ.λπ.
2. είδος νεκρικής κλίνης στην οποία εναπόθεταν τον νεκρό, νεκροκρέβατο, νεκροφόρα, τάφος, μνήμα, σε Ομήρ. Ιλ., κ.λπ.
3. νυφικό κεβάτι, και γενικά, συζυγική κλίνη, γάμος, σε Ομήρ. Οδ., Τραγ.· ομοίως στον πληθ., τὰ νυμφικὰ λέχη, σε Σοφ.· γῆμαι μείζω λέχη, πραγματοποιώ σπουδαίο γάμο (δηλ. παντρεύομαι γυναίκα ανώτερη από μένα κατά το γένος ή την οικονομική δύναμη), σε Ευρ., κ.λπ.· επίσης, σὰλέχεα, η σύζυγός σου, στον ίδ.
4. φωλιά πουλιών, σε Αισχύλ., Σοφ.

Russian (Dvoretsky)

λέχος: εος τό λέγω I] тж. pl.
1) ложе, кровать, постель Hom., Aesch., Soph.;
2) погребальное ложе, катафалк Hom.;
3) брачное ложе: τὰ νυμφικὰ λέχη Soph. супружеский покой;
4) брачный союз, брак: γῆμαι μείζω λέχη Eur. соединиться славным браком;
5) любовная связь (κρύφιον λ. Soph.);
6) pl. супруг(а): σὰ λέχεα Eur. твоя супруга;
7) гнездо: κενῆς εὐνῆς λ. Soph. опустевшее гнездо (птицы).

Middle Liddell

λέχος, εος, [λέγω1]
1. a couch, bed, Hom., etc.
2. a kind of state-bed or bier, Il., etc.
3. a marriage-bed, and generally marriage, Od., Trag.; so in pl. τὰ νυμφικὰ λ. Soph.; γῆμαι μείζω λέχη to make a great marriage, Eur., etc.:—also for the concrete, σὰ λέχεα thy spouse, Eur.
4. a bird's nest, Aesch., Soph.