Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοιλότης

κόσμος σκηνή, ὁ βίος πάροδος· ἦλθες, εἶδες, ἀπῆλθες → The world is a stage, life is a performance, you came, you saw, you departed
Democritus, fr. 115 D-K
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: κοιλότης Medium diacritics: κοιλότης Low diacritics: κοιλότης Capitals: ΚΟΙΛΟΤΗΣ
Transliteration A: koilótēs Transliteration B: koilotēs Transliteration C: koilotis Beta Code: koilo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ, A hollowness: a hollow, τῆς γῆς Arist.Mete.354a12, cf. HA529a21, Thphr.Vent.30; κ. ὀρέων LXX Wi.17.19; κοιλότης ἐν ῥινί = σιμότης, Them.in Ph.42.3. II concavity, Arist.Metaph.1025b33; concave moulding in architecture, Procop.Ecphr.p.157 B. (pl.). III metaph., shortage of cash, Phld.Oec.p.71J.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

German (Pape)

[Seite 1467] ητος, ἡ, das Hohlsein, die Höhlung, Vertiefung; Arist. H. A. 4, 4; τόποι πολλὰς ἔχοντες κοιλότητας Pol. 3, 104, 4; τοῦ ἰσχίου Ath. XI, 479 b.

Greek (Liddell-Scott)

κοιλότης: -ητος, κοῖλον σχῆμα, κοίλωμα, τῆς γῆς Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 1, 10, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 4, 20, π. Φυτ. Ἱστ. 1. 8, 6, κτλ. ΙΙ. ἀντίθετ. πρὸς τὸ σιμόν, Ἀριστ. Μεταφυσ. 5. 1, 6.

Russian (Dvoretsky)

κοιλότης: ητος ἡ
1) пустое пространство, полость (sc. τοῦ στομάχου, τῆς γῆς Arst.; πέτρα ἔχουσα κοιλότητα Plut.);
2) вогнутость (ἡ κ. ἄνευ ὕλης αἰσθητῆς, sc. ἐστιν Arst.).