Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοιλότης

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: κοιλότης Medium diacritics: κοιλότης Low diacritics: κοιλότης Capitals: ΚΟΙΛΟΤΗΣ
Transliteration A: koilótēs Transliteration B: koilotēs Transliteration C: koilotis Beta Code: koilo/ths

English (LSJ)

ητος, ἡ,

   A hollowness: a hollow, τῆς γῆς Arist.Mete.354a12, cf. HA529a21, Thphr.Vent.30; κ. ὀρέων LXX Wi.17.19; κ. ἐν ῥινί, = σιμότης, Them.in Ph.42.3.    II concavity, Arist.Metaph.1025b33; concave moulding in architecture, Procop.Ecphr.p.157 B. (pl.).    III metaph., shortage of cash, Phld.Oec.p.71J.

German (Pape)

[Seite 1467] ητος, ἡ, das Hohlsein, die Höhlung, Vertiefung; Arist. H. A. 4, 4; τόποι πολλὰς ἔχοντες κοιλότητας Pol. 3, 104, 4; τοῦ ἰσχίου Ath. XI, 479 b.

Greek (Liddell-Scott)

κοιλότης: -ητος, κοῖλον σχῆμα, κοίλωμα, τῆς γῆς Ἀριστ. Μετεωρ. 2. 1, 10, πρβλ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 4, 20, π. Φυτ. Ἱστ. 1. 8, 6, κτλ. ΙΙ. ἀντίθετ. πρὸς τὸ σιμόν, Ἀριστ. Μεταφυσ. 5. 1, 6.

Russian (Dvoretsky)

κοιλότης: ητος ἡ
1) пустое пространство, полость (sc. τοῦ στομάχου, τῆς γῆς Arst.; πέτρα ἔχουσα κοιλότητα Plut.);
2) вогнутость (ἡ κ. ἄνευ ὕλης αἰσθητῆς, sc. ἐστιν Arst.).