Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοιλότητα

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

η (AM κοιλότης) κοίλος
1. η ιδιότητα ή η μορφή του κοίλου
2. το βαθούλωμα, το κοίλωμα
νεοελλ.
ανατ. κάθε κοίλος χώρος του σώματος που περιέχει εσωτερικά διάφορα όργανα (α. «θωρακική κοιλότητα» β. «η κοιλότητα της λεκάνης»)
αρχ.
1. αρχιτ. κοίλο καλούπι, μήτρα
2. μτφ. έλλειψη μετρητών χρημάτων.