Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κομπολόι

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

και κομπολόγι και κομβολόγι(ον), το (Μ κομπολόγι και κομβολόγιον)
νεοελλ.
1. χάντρες γυάλινες, μεταλλικές, ξύλινες ή κεχριμπαρένιες περασμένες σε κλωστή ή αλυσίδα, της οποίας τα άκρα συνάπτονται με κόμπο
2. μτφ. διαδοχική σειρά πολλών συναφών ή παρόμοιων πράξεων, πραγμάτων, γεγονότων κ.λπ.
μσν.
1. κομποσκοίνι
2. η προσευχή που συνοδεύεται από τη χρήση κομποσκοινιού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. κομπολόι < κομβολόγιον (< κόμβος + -λόγιον), με κλειστοποίηση του συμφωνικού συμπλέγματος -μβ- και σίγηση της κατάλ. -ιον και του ενδοφωνηεντικού -γ- (πρβλ. γυναικο-λόγι, συγγενο-λόι)].