Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοντοπαίκτης

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: κοντοπαίκτης Medium diacritics: κοντοπαίκτης Low diacritics: κοντοπαίκτης Capitals: ΚΟΝΤΟΠΑΙΚΤΗΣ
Transliteration A: kontopaíktēs Transliteration B: kontopaiktēs Transliteration C: kontopaiktis Beta Code: kontopai/kths

English (LSJ)

ου, ὁ, (παίζω)

   A acrobat who balanced a pole on his head, SIG847.4 (Delph., ii/iii A. D., written κοντο-πέκτης), AB652.

German (Pape)

[Seite 1482] ὁ, der mit der Balancirstange Tanzende, B. A. 652, 8; vgl. Jacobs zur Anthol. X p. 190.

Greek (Liddell-Scott)

κοντοπαίκτης: -ου, ὁ, (παίζω), ὁ χορεύων μὲ κοντὸν ἰσορροπίας, Α. Β. 652· πρβλ. Ἰακωψίου Ἀνθ. 2. 3. σ. 190.

Greek Monolingual

κοντοπαίκτης, ὁ (Α)
επιγρ. ακροβάτης που ισορροπεί ένα κοντάρι στο χέρι του, χορευτής με κοντάρι ισορροπίας, ακροβάτης χορευτής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοντός (ΙΙ) «κοντάρι» + παίκτης (< παίζω), πρβλ. οργανο-παίκτης, χαρτο-παίκτης.