Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

χορευτής

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: χορευτής Medium diacritics: χορευτής Low diacritics: χορευτής Capitals: ΧΟΡΕΥΤΗΣ
Transliteration A: choreutḗs Transliteration B: choreutēs Transliteration C: choreftis Beta Code: xoreuth/s

English (LSJ)

οῦ, ὁ,

   A choral dancer, Pi.P.12.27, Ar.Ach.443, Pl.R.373b, etc.; τῶν χ. ἐξάγειν τινά And.4.20; τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χ. Pl.Smp. 173a: metaph., [θεοῦ] χ. the devoted follower of a god, Id.Phdr.252d; of a philosopher, οἱ Πυθαγόρου καὶ Πλάτωνος καὶ Ἀριστοτέλους χ. Jul.Or.6.197d: generally, pupil, Lib.Or.54.38.    II epith. of Pan, Pi.Fr.99; of Dionysus, Orph. Εὐχή 9.    2 used of dolphins, from their movements, Anacreont.55.24; of cicadae, Ael.NA1.20.

German (Pape)

[Seite 1365] ὁ, der Reigentänzer, Chortänzer, Pind. P. 12, 27; übh. Einer aus dem Chore, Plat. Phaedr. 252 d; τὰ ἐπινίκια ἔθυσε αὐτός τε καὶ οἱ χορευταί Conv. 173 a; neben ῥαψῳδοί u. ὑποκριταί als ὑπηρέται τῶν ποιητῶν genannt, Rep. II, 373 b.

Greek (Liddell-Scott)

χορευτής: -οῦ, ὁ, ὁ ἀποτελῶν μέλος θεατρικοῦ χοροῦ, ὁ χορεύων ἐν χορείᾳ, εἷς ἐκ τοῦ χοροῦ, Πινδ. Π. 12. 48, Ἀριστοφ. Ἀχ. 443, Πλάτ. κλπ.· τῶν χορευτῶν ἐξάγειν τινὰ Ἀνδοκ. 31. 37· τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χορευταὶ Πλάτ. Συμπ. 173Α· μεταφορ., θεοῦ χ., ἀφωσιωμένος ὀπαδὸς θεοῦ τινος, ὁ αὐτ. ἐν Φαίδρῳ 252D· - ὡς ἐπώνυμον τοῦ Πανός, Πινδ. Ἀποσπ. 67· τοῦ Διονύσου, Ὀρφ. Ὕμν. Προοίμ. 9· οἱ δελφῖνες καλοῦνται οὕτως ὡς ἐκ τῶν κινήσεών των, Ἀνακρεόντ. 59. 24. ὡσαύτως οἱ τέττιγες, Αἰλ. περὶ Ζῴων 1. 20.

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
danseur, celui qui figure dans un chœur, choriste, choreute.
Étymologie: χορεύω.

Greek Monolingual

ο, θηλ. χορεύτρια, ΝΜΑ, και χορεύτρα Ν, και χορευτρία Α χορεύω
1. (γενικά) άτομο που χορεύει
2. πρόσωπο που μετέχει σε χορό δράματος («ὅτε τῇ πρώτῃ τραγῳδίᾳ ἐνίκησεν Ἀγάθων, τῇ ὑστεραίᾳ ᾗ τὰ ἐπινίκια ἔθυεν αὐτός τε καὶ οἱ χορευταί», Πλάτ.)
νεοελλ.
1. καλλιτέχνης που ασχολείται επαγγελματικά με τον χορό
2. άτομο επιδέξιο στον χορό, χορευταράς
3. παροιμ. «άρεσέ της ο χορός, ήβρε κι άντρα χορευτή» — λέγεται όταν κάποιος έχει ένα πάθος το οποίο ενισχύεται από άλλους ή από τις περιστάσεις
μσν.-αρχ.
(για ζώο) αυτός που αναπηδά («ὑπὲρ ἀργύρῳ δ' ὀχοῡνται ἐπὶ δελφῑσι χορευταῑς», Ανακρεόντ.)
αρχ.
1. ως κύριο όν. Χορευτής
προσωνυμία του Διονύσου και του Πανός
2. φρ. «θεοῡ χορευτής» — αφοσιωμένος οπαδός ενός θεού (Πλάτ.).

Greek Monotonic

χορευτής: -οῦ, ὁ (χορεύω), χορευτής σε χορό, σε Πίνδ., Αριστοφ.· μεταφ., Θεοῦχορευτής, ακόλουθος του Θεού, σε Πλάτ.

Russian (Dvoretsky)

χορευτής: οῦ ὁ хоревт, участник хороводной пляски Pind., Arph., Plut.: χ. τοῦ θεοῦ Plat. участник хоровода в честь божества.

Middle Liddell

χορευτής, οῦ, ὁ, χορεύω
a choral dancer, Pind., Ar.: —metaph., θεοῦ χ. the follower of a god, Plat.