Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοπάδι

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

το (Μ κοπάδι[ν] Α κοπάδιον)
νεοελλ.-μσν.
(για ζώα) πλήθος, αγέλη
2. ποίμνιο («οι λύκοι ρήμαξαν τα κοπάδια»)
νεοελλ.
1. ασύντακτο, άτακτο πλήθος ανθρώπων, συρφετός, μπουλούκι
2. φρ. «έχει ένα κοπάδι παιδιά» — λέγεται για πολυτέκνους
αρχ.
τεμάχιο, τμήμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < κοπή (< κόπτω) + υποκορ. κατάλ. -άδι(ον), πρβλ. κοχλ-άδι, σκοτ-άδι. Η αρχική σημ. της λ. ήταν «τμήμα». Η λ. χρησιμοποιήθηκε για να δηλώσει το τμήμα της ποίμνης και η σημασία της εξελίχθηκε σε «ποίμνη»].