Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κοπρών

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: κοπρών Medium diacritics: κοπρών Low diacritics: κοπρών Capitals: ΚΟΠΡΩΝ
Transliteration A: koprṓn Transliteration B: koprōn Transliteration C: kopron Beta Code: koprw/n

English (LSJ)

ῶνος, ὁ,

   A place for dung, privy, Ar.Th.485, D.25.49, Eub.53.2, IG2.1058.11, etc.: prov., εἰς κοπρῶνα θυμιᾶν, of useless work, Phot.s.v. ὄνου πόκαι.

Greek (Liddell-Scott)

κοπρών: -ῶνος, ὁ, τόπος πρὸς ἀποπάτησιν, κοπροδοχεῖον, ἀπόπατος, Ἀριστοφ. Θεσμ. 485, Δημ. 785. 13, κτλ.· ― παροιμ., εἰς κοπρῶνα θυμιᾶν, ἐπὶ ἀνωφελοῦς ἔργου, Φώτ.

French (Bailly abrégé)

ῶνος (ὁ) :
dépôt d’immondices, cloaque.
Étymologie: κόπρος.

Greek Monotonic

κοπρών: -ῶνος, ὁ (κόπρος), τόπος για κόπρανα, αποχωρητήριο, σε Δημ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

κοπρών -ῶνος, ὁ [κόπρος] plee.

Russian (Dvoretsky)

κοπρών: ῶνος ὁ навозная куча, свалка нечистот Arph., Dem.

Middle Liddell

κοπρών, ῶνος, κόπρος
a place for dung, privy, Dem.