Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κωνοφόρος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

German (Pape)

[Seite 1546] Zapfen (vgl. κῶνος a) tragend, wie die Kiefern u. ähnliche Bäume, Theophr.; θύρσου χλοερὸν κωνοφόρον κάμακα Phalaec. 3 ( VI, 165).

Greek (Liddell-Scott)

κωνοφόρος: -ον, ὁ φέρων κώνους, οἷονπίτυς κτλ., Θεοφρ. π. Φυτ. Ἱστ. 3. 9, 4· ὡσαύτως ἐπὶ τοῦ θύρσου, Ἀνθ. Π. 6. 165.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qui porte des fruits coniques (comme les pins, etc.).
Étymologie: κῶνος, φέρω.

Greek Monolingual

-ο, θηλ. και -α (Α κωνοφόρος, -ον)
1. αυτός που έχει ή παράγει κώνους
2. το θηλ. ως ουσ.κωνοφόρος
το πεύκο
νεοελλ.
(το ουδ. πληθ. ως ουσ.) βοτ. τα κωνοφόρα
η κυριότερη κατηγορία γυμνόσπερμων φυτών η οποία ανήκει στην κλάση κωνιφερόφυτα και περιλαμβάνει περισσότερα από 500 είδη ξυλωδών φυτών που κύρια χαρακτηριστικά τους είναι τα ξηροφυτικά βελονοειδή φύλλα τους και οι κώνοι ή στρόβιλοι όπου περιέχονται τα αναπαραγωγικά όργανά τους
αρχ.
(για τον θύρσο) αυτός που φέρει στην κορυφή του κώνο πεύκου.

Greek Monotonic

κωνοφόρος: -ον (φέρω), αυτός που μεταφέρει κώνους ή έχει κώνους, σε Ανθ.

Russian (Dvoretsky)

κωνοφόρος: увенчанный сосновой шишкой (θύρσου κάμαξ Anth.).

Middle Liddell

κωνο-φόρος, ον φέρω
bearing a cone, Anth.