Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

κόλπο

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

το (Μ κόλπον)
νεοελλ.
1. έξυπνο τέχνασμα («θα σού πω ένα κόλπο για να αποφεύγεις τους ενοχλητικούς επισκέπτες»)
2. επιχείρηση προς εξαπάτηση, απάτημαζί σκάρωσαν το κόλπο με τους πλαστούς πίνακες»)
3. φρ. «μού κάνει κόλπα»
α) συμπεριφέρεται με ασυνέπεια, είναι ασταθής στις υποσχέσεις του ή στις αποφάσεις του («έχουν συμφωνήσει τόσον καιρό τώρα για το συμβόλαιο και τώρα τους κάνουν κόλπα»)
β) με παιδεύει ή με ενοχλεί κάποιος ή κάτι («αυτά τα παιδιά μέ έχουν τρελάνει, όλο κόλπα μού κάνουν»)
μσν.
χτύπημα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. colpo (< λατ. colaphus < ελλ. κόλαφος)].