Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ληστής

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο (AM λῃστής, Α τ. ληϊστής, δωρ. τ. λᾳστής)
1. αυτός που αρπάζει ξένη περιουσία με τη βία, αυτός που διαπράττει ληστεία («πανοῡργον κλῶπα καὶ λῃστήν τινα», Ευρ.)
2. αυτός που ζει στα βουνά και κλέβει βίαια ή με απειλή όσους συναντά, καθώς και αυτός που κάνει απαγωγές ανθρώπων για να τους εξαναγκάσει να πληρώσουν λύτρα («λῃσταῑς περιέπεσεν οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον», ΚΔ)
3. άρπαγας, κλέφτης («λῃστὴς Κύπριδος», Λυκόφρ.)
νεοελλ.
1. μτφ. αισχροκερδής
2. ζωολ. γένος οδοντόγναθων ζυγόπτερων εντόμων της οικογένειας lestidae
μσν.
ατίθασος, ζωηρός
αρχ.
πειρατής, αυτός που διενεργεί πειρατικές επιδρομές.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ληϊδ-της < ληΐς,-ίδος (άλλος τ. του λεία) + επίθημα -της].