Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

λυκιδεύς

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels
Full diacritics: λῠκῐδεύς Medium diacritics: λυκιδεύς Low diacritics: λυκιδεύς Capitals: ΛΥΚΙΔΕΥΣ
Transliteration A: lykideús Transliteration B: lykideus Transliteration C: lykideys Beta Code: lukideu/s

English (LSJ)

έως, ὁ,

   A wolf's cub, Sol. ap. Plu.Sol.23, Theoc.5.38.

Greek (Liddell-Scott)

λῠκῐδεύς: έως, ὁ, νεογνὸν λύκου, Θεόκρ. 5. 38, Σόλων παρὰ Πλουτ. Σόλ. 23.

French (Bailly abrégé)

έως (ὁ) :
jeune loup, louveteau, animal.
Étymologie: λύκος.

Greek Monolingual

ο (Α λυκιδεύς, -έως)
το νεογνό του λύκου, λυκόπουλο («θρέψαι καὶ λυκιδεῑς, θρέψαι κύνας ὥς τυ φάγωντι», Θεόκρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < λύκος + επίθημα -ιδεύς (πρβλ. αετ-ιδεύς, λεοντ-ιδεύς)].

Greek Monotonic

λῠκῐδεύς: -έως, ὁ (λύκος), νεογνό λύκου, σε Σόλωνα, Θεόκρ.

Russian (Dvoretsky)

λῠκῐδεύς: έως ὁ волчонок Theocr., Plut.

Middle Liddell

λῠκῐδεύς, έως, λύκος
a wolf's whelp, Solon., Theocr.