Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

μαλάκια

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν → Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Click links below for lookup in third sources:
Full diacritics: μᾰλᾰκια Medium diacritics: μαλάκια Low diacritics: μαλάκια Capitals: ΜΑΛΑΚΙΑ
Transliteration A: malákia Transliteration B: malakia Transliteration C: malakia Beta Code: mala/kia

English (LSJ)

τά, A cephalopod mollusca, i.e. water-animals of soft substance, without external shells, Arist.HA523b2, PA654a10, al., Diocl.Fr.132. II v. μαλάχιον.

* Abbreviations: ALL | General | Authors & Works

Greek (Liddell-Scott)

μᾰλάκια: τά, ὅσα τῶν ἐνύδρων δὲν ἔχουσιν ὀστᾶ, ὡς π.χ. ὁ πολύπλους, ἡ τευθίς, ἡ σηπία καὶ τὰ ὅμοια, Ἀριστ. π. τὰ Ζ. Ἱστ. 4. 1, 2· τοὺς κοχλίας καὶ ἄλλα τοιαῦτα μετὰ σκληρῶν ὀστράκων καλεῖ ὀστρακόδερμα, τὰ δὲ μαλακώτερον ὄστρακον ἔχοντα, οἷον τὸν καρκίνον καὶ τὴν καραβίδα, μαλακόστρατα, ὁ αὐτ. 4. 4, 1, πρβλ. π. Ζ. Μορ. 2. 8, 5 κἑξ., κ. ἀλλ.

Greek Monolingual

τα (Α μαλάκια)
βλ. μαλάκιο.

Russian (Dvoretsky)

μαλάκια: τά (sc. ζῷα) моллюски Arst.